FEDERICO GARCIA LORCA

Λίστα Θεατρικών Έργων

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Για να ακούσετε το θεατρικό έργο, πατήστε πάνω στον τίτλο της ηχογράφησης.

Λιστα Ηχογραφησεων

Λίγα λόγια για τον Συγγραφέα:

O Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα ήταν Ισπανός ποιητής, δραματουργός, μουσικός και θεατρικός συγγραφέας, ένας ταλαντούχος καλλιτέχνης και μέλος της "Γενιάς του 1927", μιας ομάδας από συγγραφείς που ήταν υπέρμαχοι του κινήματος avant-garde στη λογοτεχνία.

Γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου 1898 στο Fuente Vaqueros, ένα Ανδαλουσιανό χωριό κοντά στη Γρανάδα. Ο πατέρας του, Federico Garcia Rodriguez ήταν αγρότης και η μητέρα του, Vicenta Lorca Romero δασκάλα.
Ο Lorca αρχικά σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδα και Φιλοσοφία και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης. Ταυτόχρονα, ασχολιόταν και με τη μουσική. Το 1919 μετακόμισε στη Μαδρίτη, όπου έζησε στην Κατοικία των Φοιτητών, το πνευματικό κέντρο της πόλης. Ανάμεσα στους φίλους του ήταν και οι συγγραφείς Juan Ramon Jimenez και Pablo Neruda. Την ίδια περίοδο γράφει τα πρώτα του ποιήματα που κυκλοφορούνε το 1921, με τίτλο "Libro de poemas" (Βιβλίο Ποιημάτων). Το πρώτο του βιβλίο ήταν το "Εντυπώσεις και Τοπία" (1918), που γράφει περιδιαβαίνοντας την Καστίλη.

Στα 1920, η συνεργασία του με τον συνθέτη Manuel de Falla, τον έκανε έναν εξαίρετο πιανίστα και κιθαρίστα. Μαζί οργάνωσαν το 1922 το πρώτο ερασιτεχνικό φεστιβάλ Ανδαλουσιανής φλαμένγκο μουσικής, το Cande Jondo, όπου έμελλε να είναι και η πιο κρίσιμη στιγμή ως προς την καριέρα του στη λογοτεχνία.
Εκεί, ο Lorca εμπνεύστηκε για τη δουλειά του από τις παραδόσεις της folk και τσιγγάνικης μουσικής. Προσπάθησε να ενώσει την παράδοση με τις ρίζες της και ανακάλυψε ότι η μουσική φλαμένγκο είχε έρθει απ' την Ινδία από αθίγγανους.
Το POEMA DEL CANTE JONDO (1931) και το PRIMER ROMANCERO GITANO (1924-1927) που έγραψε, έκαναν τον Lorca τον πιο γνωστό ποιητή της Ανδαλουσίας και της τσιγγάνικης υποκουλτούρας της, καθώς και ηγετικό μέλος της "Γενιάς του '27", που περιελάμβανε τους Luis Gernuda, Jorge Guillen, Pedro Salinas, Rafael Alberti και άλλους.
Στα παραπάνω έργα του, χρησιμοποίησε παλιές μπαλάντες και στοιχεία μυθολογίας για να εκφράσει το τραγικό όραμά του για τη ζωή.

Με τον Καταλανό ζωγράφο Salvador Dalí και τον σκηνοθέτη Louis Buñuel δούλεψε μαζί τους σε αρκετές παραγωγές. Ο Dali και o Lorca γνωρίστηκαν το 1923. Απ' την πρώτη στιγμή, ο Lorca γοητεύτηκε απ' την προσωπικότητα και την εμφάνιση του νεαρού ζωγράφου. Και ο ίδιος ο Dali παραδέχτηκε ότι ο Lorca τον είχε εντυπωσιάσει βαθύτατα.
Η φιλία του Lorca με τον Dali ενέπνευσε ένα ποίημα, μια προάσπιση της μοντέρνας τέχνης και ταυτόχρονα μια έκφραση ομοφυλοφιλικής αγάπης.

Τα επόμενα χρόνια, ο Lorca εμπλέχθηκε ενεργά με την τέχνη και την avant-garde της Ισπανίας. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές, συμπεριλαμβανομένων των συλλογών Canciones (Songs) και Primer romancero gitano (1928, μεταφρασμένο ως Gypsy Ballads), το πιο γνωστό του βιβλίο ποίησης.
Παρ' όλα αυτά, κοντά στα τέλη του 1920, ο Lorca παρουσίασε κατάθλιψη, μια κατάσταση που αυξανόταν από την αγωνία του για την ομοφυλοφιλία του.
Το 1925 γνώρισε κι ερωτεύτηκε παράφορα τον Ισπανό γλύπτη, Emilio Aladren. Όταν αυτή η έντονα παθιασμένη, αλλά μονόπλευρη σχέση απέτυχε, ο Lorca έπεσε σε κατάθλιψη και πάλι.

Το 1929-30 έζησε στην πόλη της Νέας Υόρκης. Ανίκανος να μιλήσει Αγγλικά, υπέφερε από ένα βαθύ πολιτιστικό σοκ. Παρ’ όλα αυτά, στα πρώτα του γράμματα στην πατρίδα, εξέφραζε τον ενθουσιασμό του για τα μοντέρνα Αμερικάνικα θεατρικά έργα. Στην Αβάνα βίωσε την αρμονία μιας πιο πρωτόγονης ζωής. Αργότερα, πέρασε τρεις μήνες στην Κούβα. Έδινε διαλέξεις και τους γοήτευσε όλους με τον ενθουσιασμό του.

Το 1931 επέστρεψε στην Ισπανία και με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας έγινε διευθυντής ενός περιοδεύοντος θιάσου με την ονομασία La Barraca, με τον οποίο έδιναν παραστάσεις σε κλασσικά έργα των Cervantes, Calderon και Lope de Vega σε απομακρυσμένες περιοχές όπου οι άνθρωποι είχαν λίγες ευκαιρίες να δουν θέατρο.
Παράλληλα με τη σκηνοθεσία, ο Lorca επίσης έπαιζε. Όσο περιόδευε με το θίασο, έγραψε τα πιο γνωστά και καλύτερά του έργα, τον Ματωμένο Γάμο, τη Γέρμα και Το Σπίτι της Bernarda Alba.

Τo 1926 έγραψε το έργο The Shoemaker's Prodigious Wife (Η θαυμάσια γυναίκα του τσαγκάρη), αφού τελείωσε το Marina Pineda. Η πρώτη του παράσταση ήταν το 1930. "Σ' αυτό το έργο προσπάθησα να εκφράσω- μέσα στα όρια της συνηθισμένης διακωμώδησης- τη μάχη της καθημερινότητας με τη φαντασία, η οποία υπάρχει μέσα σε κάθε ανθρώπινο ον. (Με τον όρο φαντασία εννοώ οτιδήποτε είναι μη ρεαλιστικό). Η γυναίκα του τσαγκάρη παλεύει διαρκώς με ιδέες και αληθινά κίνητρα γιατί ζει στο δικό της κόσμο, στον οποίο κάθε ιδέα και κίνητρο έχουν ένα μυστηριώδες νόημα, το οποίο εκείνη αγνοεί."
Το 1927, ο Lorca απέκτησε φήμη με το ρομαντικό ιστορικό του έργο Marina Pineda, όπου τα σκηνικά επιμελήθηκε ο Salvador Dali και η ξεχωριστή ηθοποιός Margarita Xirgu έπαιξε την ηρωίδα.
Ο Ματωμένος Γάμος, το πρώτο μέρος της διάσημης αγροτικής τριλογίας του, παρουσιάστηκε το 1933. Το ερωτικό τρίγωνο, ο συγκερασμός δράματος και ποίησης, πολύ κοντά στο να θυμίζει μια κλασσική Ελληνική τραγωδία, στην οποία ο θάνατος αιωρείται πάνω σ’ όλο το έργο, το έκαναν ένα απ’ τα πιο γνωστά του θεατρικά έργα.
Η Yerma, το δεύτερο μέρος της τριλογίας, παρουσιασμένο το 1934, σκιαγραφεί μια θανατηφόρα διαμάχη μέσα σ’ έναν ανιαρό κι άγονο γάμο. Η ηρωίδα στραγγαλίζει τον Juan, τον άντρα της, ο οποίος δεν καταλαβαίνει τη λαχτάρα της να τεκνοποιήσει.
Το σπίτι της Bernarda Alba, γραμμένο λίγο πριν το θάνατο του Lorca το 1936 κι εκδιδόμενο το 1945, προσωπογραφεί μια τυραννική μητέρα, τη Bernarda Alba, και τις κόρες της. Η νεαρότερη κόρη αυτοκτονεί πάνω απ’ τον εραστή της, τον Pepe el Romano, ο οποίος είναι αρραβωνιασμένος με την Angustias, τη μεγαλύτερη κόρη.
Τα κεντρικά θέματα του Lorca είναι η αγάπη, η περηφάνεια, το πάθος και ο βίαιος θάνατος, τα οποία σημάδεψαν και τη δική του ζωή.

Ο Ισπανικός Εμφύλιος είχε ξεκινήσει το 1936 και οι δεξιές δυνάμεις τον έβλεπαν ως εχθρό. Ο Lorca κρύφτηκε από τους στρατιώτες, αλλά τελικά τον βρήκαν. Ένας μάρτυρας είπε ότι τον έβγαλαν έξω από ένα κρατικό κτίριο φρουροί που ανήκαν στη "Μαύρη Διμοιρία".
Τον σκότωσαν στη Γρανάδα στις 19 Αυγούστου 1936, χωρίς να περάσει από δίκη. Οι συνθήκες του θανάτου του παραμένουν ακόμη καλυμμένες από ένα πέπλο μυστηρίου. Θάφτηκε σ’ έναν τάφο (κάπου μεταξύ στο Viznar και στο Alfacar), αφού εξαναγκάστηκε να τον σκάψει μόνος του.
Ένας απ’ τους δολοφόνους του αργότερα καυχήθηκε πως τον πυροβόλησε δύο φορές στα οπίσθια, επειδή ήταν ομοφυλόφιλος. Το πιο πιθανό είναι πως ο Lorca έγραψε κάτω από πίεση τις τελευταίες του λέξεις σ’ ένα σημείωμα για ένα μέλος της "Μαύρης Διμοιρίας": "Πατέρα, σε παρακαλώ δώσε σ’ αυτόν τον άντρα μια δωρεά των 1000 πεσέτας για τον Στρατό".
Ο πατέρας του, κουβαλούσε το σημείωμα στο πορτοφόλι του για τα επόμενα χρόνια. Πέθανε σε εθελοντική εξορία στη Νέα Υόρκη.

Το καθεστώς του Franco απαγόρευσε με νομικά μέσα τα έργα του Lorca, και μόνο το 1953 τα μέτρα αυτά ανακλήθηκαν, οπότε και κυκλοφόρησε μια συλλογή με Τα Ολοκληρωμένα Έργα του. Εν συνεχεία, Ο Ματωμένος Γάμος, η Yerma και Το Σπίτι της Bernarda Alba παίχθηκαν επιτυχημένα στις κεντρικές σκηνές της Ισπανίας.
Μετά το θάνατο του Franco το 1975, η ζωή και ο θάνατος του Lorca μπορούσαν να συζητηθούν ανοιχτά στην Ισπανία.
Το 1986, η Αγγλική μετάφραση του Leonard Cohen για το ποίημα "Pequeno vals vienes", έφτασε το νούμερο 1 στα Ισπανικά single charts, ως "Take This Waltz", σε μουσική του Cohen. Ο ίδιος έχει πει για τον Lorca πως υπήρξε το είδωλό του στα νιάτα του και ονόμασε την κόρη του Lorca Cohen γι’ αυτό το λόγο.
Ο Ισπανός ποιητής, Antonio Machado, έγραψε το ποίημα "El crimen fue en Granada", ως αναφορά στο θάνατο του Lorca.
Σήμερα, ο Garcia Lorca τιμάται μ’ ένα άγαλμα που είναι τοποθετημένο στην πλατεία Santa Ana της Μαδρίτης. Ο πολιτικός φιλόσοφος David Crocker, αναφέρει ότι "το άγαλμα είναι ακόμη ένα έμβλημα του επίμαχου παρελθόντος: κάθε μέρα, ένας απ’ τους Αριστερούς βάζει ένα μαντήλι στο λαιμό του αγάλματος και κάποιους απ’ τους Δεξιούς έρχεται αργότερα για να το βγάλει".

Λίγα λόγια για τα ηχογρφημένα έργα:

Η Γέρμα είναι τραγικό θεατρικό έργο του Ισπανού συγγραφέα και ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Γράφτηκε το 1934 και η πρεμιέρα έγινε στο Ισπανικό Θέατρο (Teatro Español) στη Μαδρίτη στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Το έργο χωρίζεται σε τρεις πράξεις των δύο σκηνών η κάθε μία. Η Γέρμα είναι ένα από τα τρία τραγικά θεατρικά έργα της "ισπανικής υπαίθρου" του Λόρκα. Τα άλλα δυο είναι ο "Ματωμένος Γάμος" και "Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα". Και τα τρία έργα υπογραμμίζουν την πειθήνια υποταγή των γυναικών που αποζητούν ελευθερία στην παραδοσιακή κοινωνία, η οποία τους αρνείται την κοινωνική ή ερωτική ισότητα.

Το έργο αφηγείται την ιστορία μιας στείρας γυναίκας που ζει σε μια αγροτική περιοχή στην Ανδαλουσία στις αρχές της δεκαετίας του '30. Στα ισπανικά, Yerma σημαίνει "στείρα". Ο διακαής πόθος της για τη μητρότητα της γίνεται εμμονή και την οδηγεί τελικά σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα, στο οποίο την ωθούν τα ήθη και τα πιστεύω της κοινωνίας της.[2] Το έργο τελικά ασκεί κριτική στις κοινωνικές αυτές νόρμες.
Η Γέρμα ασχολείται με την απομόνωση, το πάθος και την απόγνωση, αλλά και με το γάμο, τη ζήλια και τη φιλία. Στην πλοκή του έργου διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο κι οι κοινωνικές συνθήκες εκείνης της περιόδου

Το έργο του Λόρκα είναι ένας ποιητικός ύμνος στη γονιμότητα, τη μητρότητα και την κοινωνική καταπίεση της γυναίκας.
Σ' ένα αγροτικό χωριό της Ισπανίας, η Γέρμα, μια νέα, παντρεμένη γυναίκα, γίνεται στόχος και αντικείμενο κουτσομπολιού επειδή δεν μπορεί να κάνει παιδιά. Απελπισμένη και μελαγχολική, αφού εξαντλήσει όλες τις φυσικές και μεταφυσικές δυνατότητες (ξόρκια, μάγια κλπ.), φτάνει σε αδιέξοδο και κάνει την επανάσταση της: σκοτώνει τον άντρα της και μαζί του τις αξίες που εκείνος εκπροσωπεί.
Αυτό το βίαιο ξέσπασμα της Γέρμας, τυφλό και αυτοκαταστροφικό, εκφράζει τα μηνύματα και τους πόθους της για μια ζωή χωρίς συμβατικές και ψυχοφθόρες σχέσεις. Ο Λόρκα εισβάλλει βαθιά στις δομές ύπαρξης των ηρώων του και ανιχνεύει τις ουσιαστικές ανάγκες τους, καταδεικνύοντας το μαρτύριο της στέρησης και της μή επαφής, που οδηγεί στο θάνατο.

Οι συντελεστές του έργου στη "Θεατρική Βραδιά".

  • ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Αλέξης Σολωμός
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βασίλης Νικολααΐδης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Λυδία Κονιόρδου, Κωστής Καπελώνης, Μελίνα Μποτέλη, Κώστας Αποστολίδης, Μαρία Αλκαίου, Μαρία Κατσιαδάκη, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Ισαβέλα Βλασιάδου, Μελίνα Βαμβακά, Ντίνα Αβαγιανού, Μαρίνα Υψηλάντη, Βάσω Σακελάρη, Νανά Κακαβά, Πίτσα Καπιτσινέα.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ: Νώτης Μαυρουδής
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Νώτης Μαυρουδής, Γιάννης Παπαζαχαριάκης (κιθάρα), Αλέκος Χρισίδης (κρουστά)
  • ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Αρλέτα
  • ΗΧΟΓΡΑΦΙΣΗ ΜΟΥΣΙΚΗΣ: Νίκος Χανιώτης
  • ΡΥΘΜΗΣΗ ΗΧΟΥ: Μάκης Γίγας
  • ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Δημήτρης Φραγγουδάκης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 28 λεπτά

«Η κωμικοτραγωδία του Δον Κριστόμπαλ και της Δόνα Ροζίτας» κρατάει τις ρίζες της από την αναγεννησιακή Κομέντια ντελ Άρτε (αυτοσχέδιο λαϊκό θέατρο), που έλκει την καταγωγή της από το «καρναβάλι» (το σχολείο της σάτιρας) και τα λαϊκά πανηγύρια, όπου κλόουν, ζονγκλέρ, ξιφομάχοι, γελωτοποιοί κ.α. επιδεικνύουν την τέχνη τους.
Ο Αρλεκίνος, η Κολομπίνα, ο Πιερρότος είναι γνωστοί στα παιδιά και τους μεγάλους από τις γιορτές της Αποκριάς. Είναι κλασσικοί τύποι της Κομέντια ντελ ΄Αρτε.
Στο έργο του «Δον Κριστόμπαλ - Δόνα Ροζίτα», ο Λόρκα, πρόσθεσε καινούρια πρόσωπα και άλλαξε ύφος. Ξεκινά σαν μπουφόνικη κωμωδία και φτάνει μέχρι το δράμα. Ο πατέρας της Ροζίτας έχει χάσει όλα του τα χρήματα και θέλει να τα ξαναποκτήσει παντρεύοντας την κόρη του με τον Δον Κριστομπίτα, άνθρωπο βίαιο, βάρβαρο, γελοίο πλην πλούσιο, ενώ εκείνη αγαπά τον Κοκολίκο που είναι φτωχός πλην τίμιος!
Ο βάρβαρος Κριστομπίτα παίρνει μέσα από τη γελοιότητά του άλλες διαστάσεις, τις διαστάσεις του πλούσιου και άδειου ανθρώπου, που ο πλούτος του δεν του φέρνει την ευτυχία, όσο κι αν αυτός νομίζει πως μπορεί να την αγοράσει…

Στην Κομέντια ντελ Άρτε υπάρχουν αμετάβλητοι χαρακτήρες με σταθερά χαρακτηριστικά. Αυτή η κωμωδία χαρακτήρων υπηρετεί την διακωμώδηση των ανθρωπίνων αδυναμιών που οι ίδιοι ενσαρκώνουν. Ο τσιγκούνης, φιλάργυρος πατέρας της Ροζίτας (γνωστός ως Πανταλόνε στην Κομέντια ντελ Άρτε), ο υπερόπτης, αλαζόνας πλούσιος Κριστομπίτα, ο δουλικός υπηρέτης του, οι ερωτευμένοι (γνωστοί ως inammorati στην Κομμέντια) όπως η Ροζίτα, ο Κοκολίκος και ο Κουρίτο που σαρκάζονται και παρωδούνται σαν πρόσωπα που είναι ξεμυαλισμένα από την ερωτική τους τρέλα και που όμως τελικά είναι περισσότερο ερωτευμένα με τον εαυτό τους παρά με το αντικείμενο του πόθου τους.
Ο Κουρίτο εκπροσωπεί το στερεότυπο του Δον Ζουάν που καμαρώνει σαν παγώνι από ματαιότητα και ψεύτικο πάθος.

Οι ερωτευμένοι κάνουν show το κλάμα τους, κλαίνε και γελάνε με την ίδια ευκολία και ελαφρότητα και οι διαβεβαιώσεις της αγάπη τους συνοδεύονται από μια ελαφριά απόχρωση ειρωνείας. Γεγονός που μας αποσαφηνίζει ότι οι παραστάσεις της Κομέντια είχαν πάντα σατυρικό τόνο διακωμωδώντας άνδρες και γυναίκες.

Εδώ την τρυφερή, εύστροφη και ρομαντική Ροζίτα, τον άνετο και θρασύ Κουρίτο και το δειλό και ντροπαλό Κοκολίκο.
Ο τραυλός Λιποψύχης, ο τσαγκάρης, ο δειλός ανθρωπάκος που παλεύει με τον εαυτό του και τη γλώσσα του που αδυνατεί να επικοινωνήσει με τον κόσμο και κοιτάζει μόνο τη δουλίτσα του.
Ο τσαρλατάνος κουρέας ο Φίγκαρο με την υποτιθέμενη, υποκρινόμενη μυστήρια δύναμη του ξυραφιού του. Ένα μικρό αφεντικό στην γειτονιά του και στην αγορά που σχολιάζει τους πάντες, προκαλεί ίντριγκες, ραδιουργίες και απάτες. Είναι πρόσωπα και αυτά που διακωμωδούν άλλους ανθρώπινους τύπους και που στην παράσταση ενίοτε μεταμορφώνονται σε κούκλες – ανδρείκελα δίνοντάς τους μια διάσταση στα όρια του «γκροτέσκου».

Η παράσταση συνδυάζει λόγο, μελοποιημένη ποίηση του Λόρκα, εικόνες, φως και χορό, συνθέτοντας έτσι μια «μίμηση πράξεως» γεμάτη από το αδιαίρετο στοιχείο της ζωής, το γέλιο και το κλάμα. Μέσα σ’ ένα θέμα ερωτικής δοξολογίας απλό και άμεσο, μέσα σε μια ατμόσφαιρα εμψυχωμένη από ευαισθησία και μελαγχολική διάθεση όπου ο θεατής δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει μ’ αυτή τη φάρσα και τη σάτιρα ή να κλάψει μ’ αυτό το τραγικό ειδύλλιο Ροζίτας – Κριστομπίτα – Κοκολίκου, όπου τελικά η αγάπη νικάει το κακό και θριαμβεύει.
Στην παράσταση το «μιμικό» κυριαρχεί του λεκτικού. Η έκφραση του σώματος και του προσώπου εδραιώνονται πάνω στη σκηνή σκόπιμα και όχι μόνο σαν παράγωγα του διαλόγου. Η σωματική στάση και η κίνηση προηγούνται ή έπονται από κάθε λέξη έτσι που η κωμωδία πολλές φορές παίρνει μια παράλογη πλοκή με τρελά αποτελέσματα που παραπέμπει στα σημερινά κόμικς ή στην βουβή κωμωδία στα πρώτα χρόνια του κινηματογράφου.

Οι συντελεστές του έργου στο Θέατρο της Τετάρτης.

  • ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ: Ιουλία Ιατρίδη
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Σοφία Μιχαλίτση
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μιχάλης Μπούκλης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Τόνης Γιακωβάκης, Άννα Κυριακού, Γιάννης Αργύρης, Στέφανος Λυναίος, Γκίκας Μπινιάρης, Άγγελος Αντωνόπουλος, Πίτσα Καπιτσινέα, Γιώργος Μάζης, Τάκης Βουλαλάς, Τάσος Λαμπράκος, Αντώνης Αντωνίου, Μιχάλης Μαραγκάκης, Πέτρος Λεοκράτης, Κώστας Παπαγεωργίου, Νίκος Καζής, Λευτέρης Σφακιανάκης, Γιάννης Μάλας.
  • ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΗΧΩΝ: Δανάη Ευαγγελίου
  • ΡΥΘΜΗΣΗ ΗΧΟΥ: Γιάννης Καρμπέρης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 2 λεπτά

Η εφήμερη ανθοφορία ενός ιδιότροπου τριαντάφυλλου, θέμα που καλλιεργούσε σε προσχέδια πάνω από μια δεκαετία, γίνεται η αφορμή για να συνθέσει ο Λόρκα μια ελεγεία του μαρασμού, ενσαρκώνοντας το ρόδο (rosa) στο υποκοριστικό πρόσωπο της συνώνυμης ηρωίδας του (Rosita), μιας κοπέλας που, απομακρύνεται ιλιγγιωδώς από την ηλικία της και μεταμορφώνεται σε μονήρη κυρία (δόνια) ανεπιστρεπτί.
Γύρω της, σ ένα τοπίο χλοερό, ευδοκιμεί επίσης μιά οκτάβα δεσποινίδες: οι εξεζητημένες και ανέμελες "μανόλες", οι πτωχαλαζόνες Εσκαρπίνι και οι εκκολαπτόμενες κυρίες Αγιόλα, τρεις ομάδες που συγκοινωνούν τρόπον τινά με τα συμβατικά επίπεδα του αισθητού χρόνου (παρόν, παρελθόν και μέλλον).

Η Ροζίτα είναι ένα νέο όμορφο κορίτσι που ζει σε μια κλειστή κοινωνία με αυστηρή θρησκευτική προσήλωση. Ο μόνος τρόπος να ξεφύγει από τον καταπιεστικό χώρο του σπιτιού της είναι να παντρευτεί. Όμως, ο αρραβωνιαστικός που περιμένει για πάρα πολλά χρόνια δεν θα έρθει ποτέ. Έτσι, τα χρόνια παρέρχονται και η Ροζίτα μένει γεροντοκόρη.
Ο Λόρκα γράφει για την ηρωίδα του: 'Ένα άνθος που είναι κόκκινο το πρωί, πιο κόκκινο το μεσημέρι, άσπρο το βράδυ και μαραίνεται τη νύχτα. Το άνθος αυτό είναι το σύμβολο της ιδέας που θέλησα να εκφράσω, σύμβολο που η ηρωίδα μου, θα πραγματώσει όχι μια μονάχα φορά μέσα στο έργο'.

Λίγα λόγια για την υπόθεση
Η Ροζίτα, μια νέα ορφανή κοπέλα ζει στη Γρανάδα με τους θείους της και την παραμάνα της. Ο θείος της καλλιεργεί στο θερμοκήπιό του σπάνια λουλούδια. Το πιο αγαπημένο του και το πιο σπάνιο, είναι το τριαντάφυλλο "Rosa mutabile" που σημαίνει "μεταβαλλόμενο τριαντάφυλλο". Το τριαντάφυλλο αυτό, το πρωί είναι κόκκινο, το απόγευμα γίνεται άσπρο και το βράδυ φυλλορροεί.
Η Ροζίτα, ερωτευμένη και αρραβωνιασμένη με τον ξάδελφό της, αναγκάζεται να τον αποχωριστεί όταν αυτός φεύγει για την Αμερική, δίνοντας της την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρίσει και θα την πάρει μαζί του.
Το έργο χρησιμοποιεί μια γλώσσα συμβολική. Οι ηρωίδες του έργου έχουν ονόματα λουλουδιών: Ροζίτα, και Μανόλιες. Όπως τα ρόδα του θερμοκηπίου ανθίζουν και μαραίνονται, έτσι κι αυτές γερνούν ερωτικά στερημένες, εγκλωβισμένες στους αυστηρούς νόμους της μικρής κοινωνίας τους. Το «Rosa mutabile» που μέσα σε μια μόνο μέρα ανθίζει και φυλλορροεί είναι μια λυρική αλληγορία για την εφήμερη νιότη της ηρωίδας. Όπως το τριαντάφυλλο έτσι και η Δόνια Ροζίτα, μετά την ανθοφορία, έχουν κοινή μοίρα τον μαρασμό.
Τα χρόνια περνούν, η Ροζίτα ετοιμάζει τα προικιά της, περιμένει τον αρραβωνιαστικό που δεν έρχεται, και διώχνει όλους τους επίδοξους συζύγους που επισκέπτονται το σπίτι του θείου της.
Η Ροζίτα και οι ανύπαντρες φίλες της, επικοινωνούν μεταξύ τους με ένα συμβολικό τρόπο. Ο κώδικας τους είναι η γλώσσα των λουλουδιών και μέσα από αυτόν αναζητούν μια διέξοδο για την ερωτική τους στέρηση.
Ένα γράμμα που φτάνει τη μέρα της γιορτής της Ροζίτα, ανακοινώνει την πρόθεση του ξενιτεμένου αρραβωνιαστικού να γίνει ο γάμος με πληρεξούσιο. Επειδή ο ίδιος δεν μπορεί για την ώρα να έρθει, ένα άλλο πρόσωπο θα τον αντιπροσωπεύσει στην τελετή του γάμου. Ο γάμος όμως δεν πρόκειται να γίνει ούτε με αυτόν τον τρόπο.
Η Ροζίτα έχει πια γεράσει, ο θείος έχει πεθάνει, και ο αρραβωνιαστικός έχει παντρευτεί μια πλούσια νύφη στην Αμερική. Οι τρεις γυναίκες του σπιτιού, η Ροζίτα, η θεία της και η παραμάνα, κατεστραμμένες οικονομικά, φεύγουν αφήνοντας για πάντα το υποθηκευμένο σπίτι και το εγκαταλελειμμένο, μετά το θάνατο του θείου, θερμοκήπιο.

Οι συντελεστές του έργου για "Το Τρίτο Θέατρο" τον Ιανουάριο του 1967.

  • ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ: Ιουλία Ιατρίδη
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ιφηγένια Ευθυμιάτου Σπύρου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λεωνίδας Τριβιζάς
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Σταύρος Ξενίδης, Μαρία Φωκά, Σμάρω Στεφανίδου, Βέρα Ζαβιτσιάνου, Κώστας Κοσμόπουλος, Γιώργος Τζώρτζης, Κική Ρέππα, Ματίνα Καρρά, Αγλαΐα Παγκάλου, Γιώργος Μοσχίδης, Θεανώ Ιωαννίδου, Βέτα Προέδρου, Φραντζέσκα Αλεξάνδρου, Αγνή Βλάχου, Χρήστος Μάντζαρης, Νικηφόρος Νανέρης.
  • ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΗΧΩΝ: Άρτεμης Τρωίζου
  • ΡΥΘΜΗΣΗ ΗΧΟΥ: Στέφανος Ευαγγελίου
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 17 λεπτά

Η «Θαυμαστή Μπαλωματού» ανήκει στις κωμωδίες του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Γραμμένη στα 1930-στο θρίαμβο της Δημοκρατίας στην Ισπανία-ανέβηκε από τον ίδιο τον Λόρκα το 1935, τότε που τα σύννεφα του εμφυλίου- το 1936, χρονιά που δολοφονήθηκε και ο Λόρκα-δεν είχαν ακόμα φανεί.
Το δροσερό πνεύμα αυτής της λαϊκής κωμωδίας, μας μεταφέρει σε μια κωμόπολη της ισπανικής υπαίθρου της εποχής του μεσοπολέμου και στις διαπροσωπικές σχέσεις των κατοίκων του. Πρόκειται για την ιστορία μιας νέας γυναίκας που αγωνίζεται ενάντια στην κακόβουλη πραγματικότητα της κλειστής κοινωνίας του χωριού και στις συγκρούσεις της με τον κοινωνικό περίγυρο.
Ο Λόρκα, πιστεύοντας στη δύναμη και την ομορφιά του λαϊκού θεάτρου, μιλά για τα ήθη και έθιμα του λαού, αλλά και για την πανανθρώπινη αξία της αγάπης.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, το έργο, πέρα από τη διάχυτη ιλαρότητα που το περιβάλει, φαίνεται να μην υπόσχεται τίποτε άλλο. Ωστόσο δεν πρόκειται για μια απλοϊκή κωμωδία προσώπων ή καταστάσεων.
Μια προσεκτικότερη μελέτη μας οδηγεί να κατανοήσουμε ότι το έργο λειτουργεί ως συμβολισμός πολλών επιπέδων, όπως εξάλλου και ο ίδιος ο Λόρκα αναφέρει στην εισαγωγή του «…Ο συγγραφέας προτίμησε να δώσει στη δραματική του παραβολή το ζωηρό ρυθμό μιας χαριτωμένης γυναίκας του λαού… και το σφράγισε με τη βούλα της λαϊκιάς μαντινάδας και του παραμυθιού». Κατ’ αρχάς, φέρνει στην επιφάνεια όλες εκείνες τις σχέσεις που χαρακτηρίζουν τις μικρές και κλειστές κοινωνίες.
Σε πολλές των περιπτώσεων κρίνουμε πρόσωπα με βάση τις φήμες που κυκλοφορούν γι’ αυτά και όχι την πιθανή πραγματική επαφή που οφείλουμε να έχουμε μαζί τους πριν αποφανθούμε για οτιδήποτε. Και το χειρότερο όλων αναπαράγουμε τις φήμες αυτές, σε τέτοιο σημείο ώστε να κατασκευάζουμε «γεγονότα» που στην πραγματικότητα δεν υπήρξαν ποτέ! Εξάλλου και με δεδομένα τα ιστορικά γεγονότα- μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Λόρκα ίσως προτείνει ότι το παλαιό, το συντηρητικό, θα μπορούσε κάλλιστα «να παντρευτεί» και να προοδεύσει μαζί με το καινούριο, αφήνοντας πίσω τα κοινωνικά στεγανά, τις υπάρχουσες προκαταλήψεις και υποκρισίες.
Σχετικά αναφέρει στην εισαγωγή «Αν στον θεατή η μπαλωματού φανεί κομμάτι άγρια και ασσυμάζωχτη, είναι γιατί πάντα της πολεμάει. Πολεμάει με την πραγματικότητα που την περιβάλλει, μα πολεμάει και με τη φαντασία της, σαν γίνει κι αυτή πραγματικότητα…».
Στοιχείο συμβολισμού είναι και η απουσία των ονομάτων των ηρώων. Αναφέρονται μόνο με τους κοινωνικούς ρόλους του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζουν και δρουν (Μπαλωματής, Μπαλωματού, Δήμαρχος, Δον, Παλικάρι, Παιδί, Γειτόνισσες Κόκκινη/Μαύρη/Κίτρινη/Μωβ/Πράσινη). Επίσης, ένα ακόμη στοιχείο συμβολισμού είναι και η ενδυματολογική πρόταση του Λόρκα για τις γυναίκες-γειτόνισσες, σε ότι αφορά τη χρωματολογική εκδοχή τους. Ονόματα και χρώματα κοστουμιών παραπέμπουν στη σημαία της Ισπανίας και των επαρχιών της, αλλά και σε συμβολισμούς πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων (σοσιαλισμός, κομμουνισμός, φασισμός, εθνικισμός…)

Το έργο εμπλουτίζεται από ποιητικά στοιχεία και παρουσιάζεται ως ένα θεατρικό «παραμύθι» με τραγούδια σπάνιου λυρισμού και συγκλονιστικής ευαισθησίας.

Περίληψη Έργου

Η «Θαυμαστή Μπαλωματού» του Λόρκα είναι μια νεαρή γυναίκα με παιδική αθωότητα. Ζει σε μια μικρή επαρχιακή πόλη και έχει παντρευτεί με συνοικέσιο έναν ηλικιωμένο μπαλωματή (τσαγκάρη), που άτολμος και υποχωρητικός από χαρακτήρα, παντρεύεται στα πενήντα του χρόνια, επειδή ως τότε φοβόταν τις γυναίκες και το γάμο.
Η κοπέλα όμως που παίρνει για σύντροφο της ζωής του, μια δεκαοχτάχρονη και καλοφτιαγμένη χωριατοπούλα, είναι το άκρως αντίθετο του. Ζωηρή και κοινωνική, ιδιαίτερα όταν συναλλάσσεται με τους άντρες, γίνεται επιθετική με τον άντρα της όταν πρόκειται να διεκ¬δικήσει τα δικαιώματα της.
Ο αταίριαστος γάμος τους επιβαρύνεται και από την κακόβουλη επέμβαση της γειτονιάς με κουτσομπολιά και ίντριγκες, ότι δηλαδή η μπαλωματού απατά τον μεσήλικα τσαγκάρη με όποιο παλικάρι περάσει απ’ την πόρτα της. Ο σύζυγός της απελπισμένος από την κοινωνική κατακραυγή και τα αρνητικά σχόλια εις βάρος της ηθικής της νεαρής γυναίκας του, αλλά και την κακότροπη συμπεριφορά της απέναντί του, την εγκαταλείπει και εξαφανίζεται.
Η κοινωνία του χωριού-ιδιαίτε¬ρα οι γυναίκες-κατηγορούν τη μπαλωματού, ρίχνοντας το φταίξιμο σ’ αυτήν για το φευγιό του μπαλωματή συζύγου της. Η μπαλωματού, μετά την εξαφάνιση του άντρα της, μετατρέπει το σπίτι της σε καφενείο για να μπορέσει να επιβιώσει οικονομικά, νοσταλγώντας το λίγο χρόνο που έζησε με τον ταπεινό-αλλά τίμιο-μπαλωματή. Μένει πιστή στον όρκο του γάμου της, περιμένοντας, ως άλλη Πηνελόπη, τον άντρα της, ενώ παράλληλα οργιάζουν οι φήμες ότι είναι μια έκλυτη γυναίκα, χωρίς ηθικούς φραγμούς.
Ύστερα από καιρό, ένας πλανόδιος κουκλοθεατρο-παίχτης δίνει μια παράσταση στο καφενείο της γυναίκας του, με θέμα τη σχέση ενός αταίριαστου ζευγαριού. Στο τέλος της παράστασης και αφού βεβαιωθεί για τη μεταμέλεια της μπαλωματούς, της αποκαλύπτει πως είναι ο τσαγκάρης μεταμφιεσμένος. Το ζευγάρι ξανασμίγει και συνειδητοποιεί ότι το ενώνει μια βαθιά αγάπη.
Μαρία Μπαλτατζή

Οι συντελεστές του έργου στην "Ερασιτεχνική Σκηνή του Θεσσαλικού Θεάτρου".
Από τη Δημοτική Ραδιοφωνία Λάρισας

  • ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Αλέξης Σολωμός
  • ΜΟΥΣΙΚΗ: Γιώργος Καράτζος
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ανδρέας Τσατσαρής
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μαίρη Παπαδοπούλου, Πόπη Κοντογιάννη, Ανδρέας Τσατσαρής, Ελευθερία Αθανασοπούλου, Ολυμπία Μαΐδου, Ζωή Ζηγιαλοπούλου, Δήμητρα Χατζηιωάννου, Γιώργος Σαχουλίδης, Κώστας Πάρλας, Θωμάς Γκόλαντας, Κατερίνα Αβρανά.
  • ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Νίκη Ζαφειροπούλου
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 8 λεπτά



Θέατρο από το ραδιόφωνο


Οι συντελεστές του έργου στην εκπομπή "Θέατρο από το ραδιόφωνο"

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βλαδήμηρος Καυκαρίδης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Έλλη Κυριακίδου, Γιάννης Ρουσάκης, Μιχαλάκης Γαλάτης, Ανδρέας Μαραγκός, Χρήστος Παπαδόπουλος, Ανδρέας Νικολής, Νεόφυτος Νεοφύτου, Μάχη Σειράκου Καζαμία, Πίτσα Αντωνιάδου, Λίνα Ζένιου Παπά, 'Ολγα Ποταμίτου, Άγγελος Κοτσώνης. Αντριανή Οικονομίδου, Λίνα Παπαδοπούλου, Γεωργούλα Σνελ.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ: Μιχαλάκης Γιασεμίδης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Δημήτρης Φηρίπης (κιθάρα)
  • ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Νίκη Νικήτα
  • ΡΥΘΜΗΣΗ ΗΧΟΥ: Μαρούλα Χειμαρίου
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 13 λεπτά

Η Μαριάνα Πινέδα είναι μια υπαρκτή εθνική ηρωίδα της Ισπανίας του 19ου αιώνα, που στα 27 της χρόνια την κρέμασαν στην πόρτα του σπιτιού της γιατί παρά τις προσπάθειες καλοπιάσματος κι εξαγοράς δεν έπαψε στιγμή να μιλά για Δημοκρατία και Δικαιώματα.

Ο ίδιος ο Λόρκα λέγει ότι η Μαριάνα ήταν μια από τις πιο μεγάλες συγκινήσεις των παιδικών του χρόνων. Η γυναίκα αυτή, γνήσια Ισπανίδα, φάνταζε στα μάτια του σαν πλάσμα μυθικό, γεμάτο κάλλος, κι είχε γίνει θρύλος και λαϊκή μπαλλάντα που τραγουδούσαν τα παιδιά στους δρόμους. Κι έτσι, στα πρόσωπα που δημιούργησαν οι συγγραφείς του Χρυσού αιώνα, πρόσθεσε ο Λόρκα την Μαριάνα Πινέδα ντύνοντάς την μ' όλη την ορμή ενός ηρωϊκού πάθους, πλησιάζοντας όσο γινόταν περισσότερο το ιστορικό γεγονός και ντύνοντάς το με συγκίνηση και ποίηση. Μια συγκίνηση που έχει τόση λαμπρότητα στις τραγικές εντάσεις της Μαριάνας Πινέδα όπως και στα γλυκά και γεμάτα πόνο λόγια των καλογραιών, όταν αποχαιρετιούνται στο δρόμο για την αγχόνη.
Στη Μαριάνα Πινέδα, είπε ο Λόρκα, «αυτή η σύλληψη με ικανοποίησε περισσότερο γιατί πιστεύω ειλικρινά πως το θέατρο δεν είναι, ούτε μπορεί να 'ναι άλλο πράγμα από συγκίνηση και ποίηση στο λόγο, τη δράση και την κίνηση».

Οι συντελεστές του έργου.

  • ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Τάκης Δραγώνας
  • ΡΑΔΙΟΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βασίλης Νικολαΐδης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Λυδία Κονιόρδου, Νίκος Τζόγιας, Μελίνα Βαμβακά, Μαρία Κατσιαδάκη, Άννα Μιχαήλ, Κωστής Καπελώνης, Δημήτρης Κωνσταντίνου, Χριστίνα Στόγια, Νικαίτη Κοντούρη, Ελένη Κοκκίδου, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Μάνια Παπαδημητρίου, Θοδωρής Γκόνης, Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ: Χρήστος Λεοντής
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Βασίλης Τενίδης, Κώστας Γρηγορέας (κιθάρα)
  • ΡΥΘΜΙΣΗ ΗΧΟΥ: Δημήτρης Πουλόπουλος
  • ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Δημήτρης Φραγγουδάκης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 24 λεπτά

Ματωμένος Γάμος ή Ματωμένα Στέφανα, όπως είναι επίσης γνωστό στα ελληνικά είναι ο τίτλος θεατρικού έργου του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. (ισπ. Bodas de Sangre). Ο Λόρκα εμπνεύστηκε από ένα άρθρο εφημερίδας που ανέφερε ένα έγκλημα στην ανδαλουσιανή πόλη Níjar.
Ο Ματωμένος Γάμος είναι ένα από τα τρία τραγικά θεατρικά έργα της "ισπανικής υπαίθρου" του συγγραφέα. Τα άλλα δυο είναι η "Γέρμα" και "Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα". Και τα τρία έργα υπογραμμίζουν την πειθήνια υποταγή των γυναικών που αποζητούν ελευθερία στην παραδοσιακή κοινωνία της ισπανικής υπαίθρου, η οποία τους αρνείται την κοινωνική ή ερωτική ισότητα

Υπόθεση του έργου:
Η Μάνα, πικραμένη από το θάνατο του συζύγου και του μεγαλύτερου γιου της από το χέρι των Felix, δίνει την ευχή της στο μικρότερο γιο της για να παντρευτεί μια κοπέλα που ζει κοντά στην πόλη και δηλώνει την επιθυμία της να δει εγγόνια.
Μια γειτόνισσα συζητάει με τη Μάνα και της αποκαλύπτει πως η Νύφη ήταν παλιά αρραβωνιασμένη με το Λεονάρντο, συγγενή των Felix που σκότωσαν την οικογένειά της. Ο Λεονάρντο είναι τώρα παντρεμένος με την ξαδέρφη της Νύφης και μένει μαζί με τη γυναίκα του και την πεθερά του. Όταν γυρίζει σπίτι από τη δουλειά, τις ακούει να νανουρίζουν το μικρό γιο του. Όταν ένα μικρό κορίτσι καταφτάνει και τους λέει τα νέα για τις προετοιμασίες του γάμου του Γαμπρού με τη Νύφη, ο Λεονάρντο όλο οργή ορμάει έξω από το σπίτι.

Η Μάνα επισκέπτεται το σπίτι της Νύφης, όπου συζητά μαζί της και με τον Πατέρα της. Η Υπηρέτρια μένει κάποια στιγμή μόνη με τη Νύφη, την πειράζει για τα δώρα του Γαμπρού, ενώ της αποκαλύπτει ότι ο Λεονάρντο έρχεται τα βράδια κάτω από το παράθυρό της.
Εκείνο το βράδυ, τη συναντά και της εκμυστηρεύεται τον πόθο του και το λόγο που δεν την παντρεύτηκε παλιότερα. Η Νύφη επιχειρεί να τον κάνει να σωπάσει, αλλά δεν αρνείται ότι ακόμα έχει αισθήματα γι' αυτόν. Η υπηρέτρια διώχνει το Λεονάρντο, ενώ καταφτάνουν οι καλεσμένοι για το γάμο. Όλοι κατευθύνονται προς την εκκλησία, ενώ η Νύφη ικετεύει το Γαμπρό να την προστατέψει.

Μετά το γάμο, όλος ο κόσμος γυρίζει στο σπίτι της Νύφης για το γαμήλιο γλέντι. Εκεί, αναζητούν τη Νύφη και το Λεονάρντο, αλλά ανακαλύπτουν ότι το έσκασαν με το άλογο. Ο Γαμπρός εξοργισμένος βγαίνει να κυνηγήσει και να σκοτώσει το Λεονάρντο, ενώ η Μάνα διατάζει όλους τους καλεσμένους να χωριστούν σε ομάδες και να ψάξουν το ζευγάρι.

Στο δάσος, όπου βρίσκονται ο Λεονάρντο και η Νύφη, εμφανίζονται τρεις Ξυλοκόποι που συζητούν τα γεγονότα, λέγοντας ότι το ζευγάρι θα ανακαλυφθεί μόλις βγει το φεγγάρι και φωτίσει το δάσος. Το Φεγγάρι εμφανίζεται σαν χαρακτήρας και σε ένα μονόλογο πενθεί την μοναξιά του και δηλώνει την επιθυμία του να χυθεί αίμα, προκειμένου να τιμωρήσει τους ανθρώπους που το άφησαν έξω από τα σπίτια τους. Ρίχνει το φως του στο δάσος, ενώ συνοδεύεται από μια ζητιάνα, που είναι ο Θάνατος προσωποποιημένος: μαζί συμφωνούν το θάνατο των ζηλιάρηδων ανδρών.

Ο Γαμπρός μαζί με μια κοπέλα ψάχνουν στο σκοτεινό δάσος. Τους εμφανίζεται ο Θάνατος, σαν γριά ζητιάνα και τους λέει ότι θα τους οδηγήσει στο Λεονάρντο. Λίγο πιο μακριά, ο Λεονάρντο και η Νύφη αγκαλιάζονται και σκέφτονται το μέλλον τους, ρομαντικοί αλλά με ένα ασίγαστο και σκοτεινό πάθος ο ένας για τον άλλο. Ακούγονται βήματα: πλησιάζει ο Γαμπρός με το Θάνατο, ο Λεονάρντο φεύγει από τη σκηνή και δυο κραυγές ακούγονται μες στο σκοτάδι.

Πίσω στην πόλη, οι γυναίκες έχουν μαζευτεί κοντά στην εκκλησία και συζητούν για τα γεγονότα. Ο θάνατος εμφανίζεται σαν ζητιάνα και δηλώνει ότι θάνατος απλώθηκε στο δάσος. Θυμωμένη και πικραμένη η Μάνα βλέπει τη Νύφη να γυρίζει, με το νυφικό της γεμάτο αίματα από τους δυο άνδρες που αλληλοσκοτώθηκαν στο δάσος. Η Μάνα την ανακηρύσσει πόρνη και πάει να τη σκοτώσει, αλλά τελικά απομακρύνεται και προσεύχεται. Η αυλαία πέφτει, όσο η Νύφη και η Μάνα απαγγέλλουν την τραγωδία του Ματωμένου Γάμου.

Οι συντελεστές του έργου στη εκπομπή "Το Θέατρο της Τετάρτης".

  • ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Νίκος Γκάτσος
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κάρολος Κουν
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Βάσω Μεταξά, Ελένη Χατζηαργύρη, Τόνια Καράλη, Άννα Ραφτοπούλου, Αθηνά Μιχαηλίδου, Ρίτα Μουσούρη, Σπυριδούλα Γιαννάτου, Θάνος Κωτσόπουλος, Λυκούργος Καλλέργης, Δημήτριος Μπάλας, Κώστας Μπάκας, Παντελής Ζερβός, Γιώργος Λαζάνης.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ - ΠΙΑΝΟ: Μάνος Χατζηδάκις
  • ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ: 1954
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 50 λεπτά

Τα μάγια της πεταλούδας είναι το πρώτο θεατρικό έργο του ποιητή F. G. Lorca. Πρόκειται για μια κωμωδία με πρωταγωνιστές τα έντομα που κατοικούν σ' ένα λιβάδι όπου η ζωή κυλά ήρεμα. Όλα ανατρέπονται και η κρίση ανάμεσα στα έντομα βαθαίνει, όταν εμφανίζεται μια πληγωμένη πεταλούδα. Ο Σκαθαράκος την ερωτεύεται και θέλει να την κρατήσει κοντά του. Όμως τελικά η πεταλούδα, υπακούοντας στην ελεύθερη φύση της, πετά για το δικό της κόσμο.

Ένας κόσμος φαντασίας γεμάτος χρώματα, αισθήματα, υψηλές αξίες, ξεπροβάλλει μέσα από αυτό το σημαντικό κείμενο του Λόρκα. Η ευαίσθητη ποίηση συναντά τη μοναδική ευαισθησία των παιδιών.
Στην παράστασή, οι ηθοποιοί μεταμορφώνονται στην πολύχρωμη κοινότητα των εντόμων του Lorca, και μέσα από την πρωτότυπη μουσική, το τραγούδι, το χορό, στήνουν έναν καινούργιο τρόπο αφήγησης του κλασσικού αριστουργήματος.
Η αναζήτηση της Ελευθερίας, ο Έρωτας, η Ανατροπή – βασικές ανησυχίες των εφήβων και ζητούμενα του ποιητή, γίνονται άξονες της παράστασής μας και η θεατρική πράξη γίνεται η δική μας απάντηση στο δύσκολο αίτημα του ανθρώπου για ελευθερία.

Οι συντελεστές του έργου στο Θέατρο της Τετάρτης.

  • ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Ιουλία Ιατρίδη
  • ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ: Ιουλία Ιατρίδη
  • ΡΑΔΙΟΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μιχάλης Μπούχλης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Στέφανος Λυναίος, Μαρία Φωκά, Μαλένα Ανουσάκη, Χριστίνα Σίλβα, Φάνης Σχινάς, Πέτρος Λοχαΐτης, Έλλη Ξανθάκη, Ολυμπία Παπαδούκα, Ρίτα Μουσούρη, Αλεξάνδρα Λαδικού, Καίτη Τριανταφύλλου, Σούλα Αθανασιάδου, Λούλα Ιωαννίδου.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Σοφία Μιχαλήτση
  • ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΗΧΩΝ: Δανάη Ευαγγελίου
  • ΡΥΘΜΗΣΗ ΗΧΟΥ: Γιάννης Καρμπέρης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 56 λεπτά

Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα είναι θεατρικό έργο του Ισπανού συγγραφέα και ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Είναι το τελευταίο έργο που έγραψε ο Λόρκα, το 1936, και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1945. Μαζί με τη "Γέρμα" και το "Ματωμένο Γάμο" αποτελούν την τριλογία της "ισπανικής υπαίθρου" του συγγραφέα.

Το εργο περιγράφει τα γεγονότα κατά την περίοδο πένθους σε ένα σπίτι στην Ανδαλουσία, όπου η 60χρονη Μπερνάρντα Άλμπα κατέχει τον απόλυτο έλεγχο πάνω στις κόρες της: Αγκούστιας, Μαγκνταλένα, Αμέλια, Μαρτίριο και Αδέλα. Στο σπίτι ζουν επίσης η Πόνθια, η οικονόμος, κι η Μαρία Χοσέφα, μητέρα της Μπερνάρντα. Στο έργο δεν εμφανίζεται επί σκηνής κανένας ανδρικός χαρακτήρας. Ακόμα κι ο Πέπε Ρομάνο, το αντικείμενο του πόθου για τις κόρες της Μπερνάρντα και μνηστήρας της Ανγκούστιας, δεν εμφανίζεται ποτέ.
Το έργο επικεντρώνεται στα ζητήματα της καταπίεσης, του συμβιβασμού και του πάθους και την επιρροή των ανδρών στις γυναίκες. Η τυραννία της Μπερνάρντα απέναντι στις κόρες της προμηνύει τη φύση του φασιστικού καθεστώτος του Φράνκο στην Ισπανία, λίγο αφού τελειώσει το έργο του ο Λόρκα.

Υπόθεση του έργου
Μετά το θάνατο του δεύτερου συζύγου της, η Μπερνάρντα Άλμπα γίνεται τυραννική με τις πέντε κόρες της, που σπάνια είχαν οποιαδήποτε επαφή με το άλλο φύλο. Επιβάλλει πένθος 8 χρόνων και τον εγκλεισμό τους μες στο σπίτι, καθώς η ανώτερη τάξη τους δεν τους επιτρέπει να "ανακατεύονται" με τους απλούς χωρικούς.
Η Ανγκούστιας, η μεγαλύτερη κόρη της Μπερνάρντα από τον πρώτο της γάμο, κληρονομεί την περιουσία του πατέρα της κι έτσι προσελκύει το ενδιαφέρον ενός μνηστήρα, του Πέπε Ρομάνο. Τον Πέπε όμως ποθούν κι η Αδέλα, η μικρότερη κόρη, που αρνείται να υποταχθεί στη μητέρα της και συνάπτει ερωτική σχέση μαζί του, αλλά κι η Μαρτίριο, που τη ζηλεύει για κάτι που η ίδια δεν μπορεί να αποκτήσει, λόγω του παρουσιαστικού της. Η ζήλια της Μαρτίριο θα οδηγήσει στο τραγικό τέλος της Αδέλα και στη διατήρηση του πένθους στο σπίτι.

Οι συντελεστές του έργου στη "Θεατρική Βραδιά".

  • ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Νίκος Γκάτσος
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κοραής Δαμάτης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Αλέκα Κατσέλη, Νίνα Κώνστα, Έρση Μαλικένζου, Χριστίνα Βαρζοπούλου, Ανθή Ανδρεοπούλου, Τζένη Καλύβα, Ειρήνη Κονίδου, Όλγα Τουρνάκη, Γιάννα Ανδρεοπούλου, Ελένη Τζώρτζη, Μίνα Ξενάκη, Βούλα Ξεκή, Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου, Φιλιώ Γκοντζού, Ελησάβετ Γιαννοπούλου, Γιάννα Παρούση.
  • ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Νίκος Νικολάου, Περικλής Μοσχολιδάκης
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ολυμπία Κυριακάκη Λουκίσα
  • ΡΥΘΜΙΣΗ ΗΧΟΥ: Χριστίνα Σκάντζικα
  • ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Δημήτρης Φραγγουδάκης
  • ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ: 1994
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 34 λεπτά



Από το ελληνικό και ξένο δραματολόγιο (ηχογράφηση του 1976)

Οι συντελεστές του έργου στη εκπομπή "Από το ελληνικό και ξένο δραματολόγιο".

  • ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Νίκος Γκάτσος
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κώστας Μπάκας
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Τιτίκα Νηκηφοράκη, Ιωάννα Κορομπίλη, Ελένη Ζαφειρίου, Μαρία Φωκά, Μααρίκα Τζιραλίδου, Βάνα Μπλαζουδάκη, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Ειρήνη Κουμαριανού, Ντίνα Γιαννακού, Μαρία Δημητριάδου, Αριστούλα Ελληνούδη, Πόπη Παπαδάκη, Άννα Βανέτη, Άννυ Πασπάτη, Μιράντα Ζαφειροπούλου, Μαρία Σκούντζου.
  • ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Ηρακλής Γιάννος, Γιάννης Παπαϊωάννου
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ράνια Βισβάρδη
  • ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΗΧΩΝ: Γίτσα Βαλμά
  • ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Τέλη Γράψα
  • ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ: 1976
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 31 λεπτά

Το Θέατρο της εβδομάδος (ηχογράφηση του 1972)

Οι συντελεστές του έργου στη εκπομπή "Το Θέατρο της εβδομάδος".

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιώργος Μούλιος
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Αλέκα Κατσέλη, Κούλα Αγαγιώτου, Ρίτα Μουσούρη, Έλλη Κωνσταντίνου, Δήμητρα Ζέζα, Έλενα Τσαλδάρη, Ντίνα Γιαννακού, Αγγέλικα Καπελαρή, Βάντα Καρακατσάνη, Βούλα Χαριλάου, Κατερίνα Βασιλάκου, Μαρία Κωνσταντάρου, Λούλα Ιωαννίδου, Σοφία Δανέζη.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ράνια Βισβάρδη
  • ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ: 1972
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 186 λεπτά

Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή.

Οι συντελεστές της παράστασης από την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

  • ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Νίκος Γκάτσος
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αλέξης Μινωτής
  • ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ: Γιάννης Τσαρούχης
  • ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΟΣ: Γιάννης Τσαρούχης
  • ΜΟΥΣΙΚΗ: Βιττόριο Ριέττι
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Κατίνα Παξινού, Χριστίνα Καλογερίκου, Ρίτα Μυράτ, Πίτσα Καπιτσινέα, Πόπη Παπαδάκη, Ελένη Χατζηαργύρη, Αντιγόνη Βαλάκου, Ελένη Ζαφειρίου, Όλγα Τουρνάκη, Μυρσίνη Σαντοριναίου, Λευκή Βεντουράτου, Ευαγγελία Σαμιωτάκη, Ελένη Ρήγα, Ζωή Σκουρλά, Γιάννα Βασσάλου, Γεωργία Ζάρπα, Βεατρίκη Δεληγιάννη, Φωτεινή Μανέτα, Κική Διόγου, Χρυσούλα Καριώρη, Ζέτα Κονδύλη, Πέπη Μεταλλίδου, Ίλντα Κοφίνο, Φλώρα Κωστοπούλου, Νίνα Σγουρίδου, Δήμητρα Βολωνίνη, Πόπη Υψηλάντου, Μάτα Μιχαλαρέα, Ιουλία Σταμίρη, Ελένη Λαμπράκη, Ρ. Ξηνταράκη, Δήμητρα Σερεμέτη, Τόνια Βασδεκά, Ρένα Παγκράτη.
  • ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ: Λάμπρος Κωστόπουλος
  • ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ: 1962
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 33 λεπτά

Πρώτη παραγωγή
Θεατρική περίοδος: 1962-1963
14/12/1962 - 25/01/1963 Εθνικό Θέατρο, Αγίου Κωνσταντίνου 22-24, Αθήνα, Ελλάδα

Επανάληψη
Θεατρική περίοδος: 1963-1964
09/01/1964 - 26/01/1964 Εθνικό Θέατρο, Αγίου Κωνσταντίνου 22-24, Αθήνα, Ελλάδα


ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΞΕΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ| Αλλαγή Κατηγορίας

Dario Fo

Ο Ντάριο Φο είναι Ιταλός θεατρικός συγγραφέας, ευθυμογράφος, ηθοποιός, θεατρικός σκηνοθέτης και συνθέτης.

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

George Bernard Shaw

Ο Tζορτζ Μπέρναρντ Σω ήταν Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1925.

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

John Millington Synge

Ιρλανδός συγγραφέας, Θεωρείται ένας πρωτοπόρος και με μεγάλη επιρροή μοντερνιστής, με ένα κράμα χιούμορ και θλίψης.

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΨΗΦΙΑΚΑ ΟΜΗΛΟΥΝΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

>