ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

Λίστα Μυθιστορημάτων ή άλλων Έργων

Νίκος Καζαντζάκης

Για να ακούσετε το μυθιστόρημα ή άλλο έργο, πατήστε πάνω στον τίτλο της ηχογράφησης.

Τα ηχογρφημένα βιβλία του Συγγραφέα:

Οι Ηχογραφήσεις του μυθιστορήματος.

Διαβάζει η Αθηνά Τσάση.
Διάρκεια Αφήγησης: 20h 48m.


Πρόκειται για τη μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του Νίκου Καζαντζάκη, την οποίαν ο θάνατος δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει.

Στη νέα έκδοση της "Αναφοράς στον Γκρέκο" (Απρίλιος 2009), με ανατύπωση του μυθιστορήματος όπως στοιχειοθετήθηκε με μονοτυπία το 1982 στη Λευκωσία, για πρώτη φορά το κείμενο του Καζαντζάκη συνοδεύεται από Επίμετρο, με Ενημερωτικό Σημείωμα του Εκδότη-Επιμελητή και με εικόνες.

«...Θα βρεις, λοιπόν, αναγνώστη, στις σελίδες ετούτες την κόκκινη γραμμή, καμωμένη από στάλες αίμα μου, που σημαδεύει την πορεία μου ανάμεσα στους ανθρώπους, στα πάθη και στις ιδέες. ... Τέσσερα στάθηκαν τ' αποφασιστικά σκαλοπάτια στο ανηφόρισμά μου, και το καθένα φέρνει ένα ιερό όνομα: Χριστός, Βούδας, Λένιν, Οδυσσέας. Αυτή την αιματερή πορεία μου, από τη μια από τις μεγάλες αυτές ψυχές στην άλλη, τώρα που ο ήλιος βασιλεύει, μάχουμαι στο Οδοιπορικό μου ετούτο να σημαδέψω..."

»Κάτι περισσότερο και καλύτερο από αυτοβιογραφία, η Αναφορά στον Γκρέκο είναι λοιπόν η ιστορία ενός εσωτερικού οδοιπορικού, κάτω από το σημάδι τού Γκρέκο, γιατί αυτός ο ζωγράφος, Κρητικής καταγωγής, μας άφησε πλάσματα που διατρέχονται από φλόγα, που δεν είναι άλλο παρά φλόγα.
Είναι, επίσης, η διαθήκη τού Καζαντζάκη, το ύστατο έργο του, όπου εξηγεί τη γένεση των μεγάλων έργων του -μυθιστορημάτων, θεατρικών, και πάνω απ' όλα της "Οδύσειας"- και, με ακρίβεια, τη φιλοσοφική, ηθική ή θρησκευτική σημασία τους. Ακόμη, μας καθίσταται κατανοητός ο τρόπος με τον οποίον ο Καζαντζάκης χρησιμοποίησε κάποιες περιπέτειες των οποίων υπήρξε ο δράστης ή ο μάρτυρας, όπως επίσης και κάποια διαβάσματά του. Όλα ετούτα δίδουν το μέτρο αυτού τού σπουδαίου έργου, που είναι ταυτόχρονα λογοτεχνικό ντοκουμέντο και πνευματική εξομολόγηση ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς που γέννησε ποτέ η Ελλάδα.»
(Από τη γαλλική έκδοση Nikos Kazantzaki, "Lettre Au Greco", Bilan d'une Vie, Plon, Paris 1961.)

«Στο ίδιο επίπεδο με τον κόσμο των φυσικών στοιχείων και, πάνω απ' όλα, ξέροντας σε κάθε πράγμα, σε κάθε τι που υπάρχει, να αναγνωρίζει το ιερό, όταν το συναντά, είχε, για ό,τι είναι ζωντανό, αυτή την ευλάβεια που υπήρξε ένα από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά -τα πολύ συχνά ξεχασμένα, για τα οποία ο Πεγκύ έγραψε εξαίσιες σελίδες- του αρχαίου παγανισμού...
Ο Τόμας Μανν παραλλήλισε τον Καζαντζάκη με τους μεγάλους Έλληνες ποιητές τής αρχαιότητας, τους προγόνους του· είπε ότι το πνεύμα τού Ομήρου αναβίωσε σ' αυτά τα βιβλία, που κοχλάζουν από εξαιρετική ζωτικότητα, που εγείρονται από ένα πανθεϊστικό συναίσθημα όπου όλη η φύση, μέχρι το ταπεινότερο φυτό τού λόφου, είναι καθαγιασμένη.»
(Marcel Brion, της Γαλλικής Ακαδημίας) "Le Monde"

Οι Ηχογραφήσεις του δοκιμίου έργου.

Διαβάζει η Αθηνά Τσάση.
Διάρκεια Αφήγησης: 1h 55m.


Η "Ασκητική" είναι ο Νίκος Καζαντζάκης. Και ο Νίκος Καζαντζάκης είναι η Ασκητική. Μια ελβετική εφημερίδα έγραψε πως η Ασκητική είναι «το κατά Καζαντζάκην ευαγγέλιο».
Ο ίδιος ο δημιουργός της έγραψε ότι η Ασκητική είναι «η πιο σπαραχτική Κραυγή τής ζωής του» και ότι όλο το έργο του είναι σχόλιο στην Κραυγή αυτή.

Άρχισε να τη γράφει στη Βιέννη το 1922 και την τελείωσε στο Βερολίνο το 1923. Όπως συνήθιζε στα έργα του, της επέφερε αλλαγές (διορθώσεις, ανακατατάξεις, προσθαφαιρέσεις), με αποκορύφωση την προσθήκη τού "τελευταίου" κεφαλαίου της, με τίτλο «Η Σιγή», που το έγραψε στο Μπέκοβο το 1928, «σ’ ένα θαμαστό δάσος έλατα, μια ώρα μακριά από τη Μόσχα», και το τελείωσε «στις παγωμένες στέπες τής Σιβηρίας» το 1929: «Πρόσθεσα ένα μικρό κεφάλαιο: "Σιγή" - μπόμπα που ανατινάζει όλη την "Ασκητική". Μα σε λίγων ανθρώπων την καρδιά θα εκραγεί».

Η έκδοση της "Ασκητικής" το 1927 στην Αθήνα προκάλεσε μεγάλο σάλο. Ο συγγραφέας ένιωσε πως λίγοι την κατάλαβαν. Στα τέλη τού έτους έγραψε στην Ελένη του: «Η "Ασκητική" είναι μια φοβερή, αιματερή κραυγή, που θ' ακουστεί μετά το θάνατό μου. Τώρα οι άνθρωποι καταλαβαίνουν μονάχα την ποιητική φόρμα. Μα μέσα στις παρομοίωσες αυτές και στις λυρικές φράσες αναπηδά φλογερή, πάνοπλη, πέρα από απελπισία κι ελπίδα, η μελλούμενη όψη τού Θεού».

Το 1930, ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Δημήτρης Γληνός παραπέμπονται σε δίκη, ο πρώτος γιατί έγραψε το... «ασεβέστατο» αυτό βιβλίο και ο δεύτερος γιατί δημοσίευσε στο περιοδικό του Αναγέννηση την «άθεη παλιοφυλλάδα» Ασκητική. Η δίκη τελικά δεν έγινε, αλλ’ η εκκρεμότητά της βάραινε πάνω από τα κεφάλια τους για τέσσερα χρόνια.

Ο Καζαντζάκης έκανε και νέες διορθώσεις της "Ασκητικής" (π.χ. το 1938, αλλά και αργότερα). Το 1944 τη διόρθωσε για άλλη μια φορά και έτσι έγινε η δεύτερη έκδοσή της, τον Δεκέμβριο του 1945.
Ο λατινικός τίτλος "Salvatores Dei" σημαίνει: Σωτήρες του Θεού. Σύμφωνα με την "Ασκητική", ο άνθρωπος έχει ανάγκη τον Θεό, αλλά και ο Θεός έχει ανάγκη τον άνθρωπο, για να στερεωθεί. Στερεώνοντας, όμως, τον Θεό, που κρύβεται μέσα σε κάθε ιδέα, όπως μέσα σε σάρκα, στερεώνουμε και την ψυχή μας και συμβάλλουμε, σε συνεργασία και με τη φύση, στη δημιουργική εξέλιξη και ανέλιξη του κόσμου. Ιδέες, αξιώματα, θεωρήματα της Ασκητικής είναι εγκατεσπαρμένα στο σύνολο του έργου του Νίκου Καζαντζάκη. Αποτελούν τη βιοθεωρία του, τη φιλοσοφία τής ζωής του.
Το βιβλίο μεταφράσθηκε και εκδόθηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και χώρες και αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του Καζαντζάκη διεθνώς. Το 1930 ο Στέφαν Τσβάιχ (Stefan Zweig) έγραψε στον Νίκο Καζαντζάκη ότι η "Ασκητική" ανήκει σε όλο τον κόσμο. Ο ελληνιστής Οκτάβιος Μερλιέ (Octave Merlier), που έγραψε μακράν Εισαγωγή στη γαλλική έκδοσή της το 1951, θεωρεί την "Ασκητική" ως το μεγαλύτερο μεταφυσικό ταξίδι.

Οι Ηχογραφήσεις του μυθιστορήματος.
Διάρκεια Αφήγησης: 10h 52m.


Ένας διανοούμενος συναντά στον Πειραιά ένα γέρο μιναδόρο μακεδονικής καταγωγής, και επιστρέφει στο γενέθλιο νησί του για να εκμεταλλευτεί ένα λιγνιτωρυχείο.

Επιθυμεί να αφιερωθεί σε μιαν εργασία χειρωνακτική, με την ελπίδα να γιατρευτεί από τη θεωρητική του αδράνεια. Αλλά σύντομα αλλάζει στόχους, γιατί ο γερο-Αλέξης Ζορμπάς αποκαλύπτει ένα ανεξάντλητο θησαυρό από εμπειρίες, που μαγεύουν τον διανοούμενο.
Η εκμετάλλευση του ορυχείου γίνεται έτσι ένα πρόσχημα, που τους επιτρέπει να χαρούν ατέλειωτες συζητήσεις και αλήτικες περιπέτειες, που προκαλούνται από την παρουσία μιας γερασμένης Γαλλίδας σαντέζας, ιδιοκτήτριας του κοντινού πανδοχείου.
Ο Ζορμπάς είναι μια ύπαρξη αχόρταγη, χωρίς προκαταλήψεις, και δέχεται ατάραχα τη φτώχια και την πραγματικότητα του νησιού, που καταβάλλουν τον νέο του σύντροφο. Ωστόσο, οι δυο φίλοι έχουν κάτι κοινό: την ανησυχία, στον Ζορμπά παράφορη, στον αφηγητή υποταγμένη, μπροστά στο μυστήριο της ζωής. Το ύφος, άκρως πλούσιο και τολμηρό, καθώς απεικονίζει ανάγλυφα την έντονη διαφορά ανάμεσα σε δύο χαρακτήρες και σε δύο αντίθετες αντιλήψεις τού κόσμου, καθιστά τον Ζορμπά ένα από τα καλύτερα έργα τού Καζαντζάκη.
(Από την ιταλική έκδοση Nikos Kazantzakis "Zorba il greco", Arnoldo Mondadori Editore, Milano 1976.)

ΈΠολλές φορές πεθύμησα να γράψω το βίο και την πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, ενός γέρου εργάτη πού πολύ αγάπησα. Στη ζωή μου, οι πιο μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα όνείρατα· από τους ανθρώπους, ζωντανούς και πεθαμένους, πολύ λίγοι βοήθησαν τον αγώνα μου.
Όμως, αν ήθελα να ξεχωρίσω ποιοι άνθρωποι άφησαν βαθύτερα τ' άχνάρια τους στην ψυχή μου, ίσως να ξεχώριζα τρεις τέσσερεις: τον 'Όμηρο, τον Μπέρξονα, το Νίτσε και το Ζορμπά. Ο πρώτος στάθηκε για μένα το γαληνό κατάφωτο μάτι -σαν το δίσκο του ήλιου- που φωτίζει με απολυτρωτικιά λάμψη τα πάντα· ο Μπέρξονας με αλάφρωσε από άλυτες φιλοσοφικές αγωνίες που με τυραννούσαν στα πρώτα νιάτα· ο Νίτσε με πλούτισε με καινούριες αγωνίες και μ' έμαθε να μετουσιώνω τη δυστυχία, την πίκρα, την αβεβαιότητα σε περηφάνια· κι ο Ζορμπάς μ' έμαθε ν' αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο.
(Από τον πρόλογο του συγγραφέα)


Αλέξης Ζορμπάς:
Ο μυθιστορηματικός αντι-καθρεπτισμός του μεγάλου λογοτέχνη.

Το "Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά" δεν είναι μια αληθινή ιστορία φιλίας ανάμεσα στον Γιώργη Ζορμπά και τον Νίκο Καζαντζάκη· το έργο του Κρητικού συγγραφέα αποτελεί την περιγραφή γεγονότων μιας πλασματικής μυθιστορηματικής φιλίας ανάμεσα στον Ζορμπά και στον συγγραφέα-αφηγητή: μιας σχέσης που αποκαλύπτεται ως καθρεπτισμός του ίδιου του Καζαντζάκη στους ήρωές του.

Ο Νίκος Καζαντζάκης με εξαιρετική συγγραφική μαεστρία κατάφερε να συνθέσει μια επική μυθιστορία στην οποία περιγράφονται έννοιες ανθρώπινα σημαντικές όπως φιλία, ανθρωπότητα, πατρίδα, φυλή, ζωή, ελευθερία, θεός. Ο Μύθος του Αλέξη Ζορμπά προσπαθεί να αντισταθεί στη ματαιότητα του ακραίου εθνικισμού και του ανθρωποφάγου πολέμου.
Στο πρόσωπο του Αλέξη Ζορμπά καθρεπτίζεται η Ελλάδα· τα μάτια του πλημμυρίζουν με Φως Ελληνικό· τα χείλη του γεύονται Γεύσεις Ελληνικές· τα αυτιά του διακατέχονται με Ηχους Ελληνικούς· η μύτη του ευωδιάζει με Μυρωδιές Ελληνικές: θάλασσα-φως, ελιές-κρασί, χορός-ρυθμός, γιασεμί-θάλασσα. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αποκαλύπτεται μια εκστατική έκφραση ελληνικότητας με κεντρικό άξονα τη φιλία δύο αντρών στην αέναη αναζήτηση άλυτων φιλοσοφικά γόρδιων δεσμών.

Η λογοτεχνική προσέγγιση του έργου αποτελεί μια διπολική εξομολόγηση σε αναπαράσταση. Στον έναν πόλο βρίσκεται ο Ζορμπάς και στον άλλο ο Συγγραφέας: το ενδιάμεσο διάστημα διακατέχεται από τη λογοτεχνική ασάφεια που προσδιορίζουν τον χαρακτήρα και τις σκέψεις των ηρώων.
Μια εξομολόγηση σε σκηνές, μια αναφορά σε περιγραφές, μια θεατρική δημιουργία σε αυτοσχεδιασμούς ως ένα πραγματικό παραμύθι ελληνικότητας, ακόμη και ως ένα φανταστικό αποτύπωμα ταξιδιωτικών εντυπώσεων ανάμεσα στη ζωή και στο πνεύμα.

Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος αποκαλύπτονται μέσα από το διπολικό συνεχές του ίδιου ανθρώπου: του Καζαντζάκη. Στον έναν πόλο βρίσκεται ο Καζαντζάκης ως Συγγραφέας όπως θα ήθελε να είναι. Στον άλλο πόλο βρίσκεται ο άλλος Καζαντζάκης ως Ζορμπάς όπως αντρώνεται μέσα του: σηκώνει το κεφάλι, προσπαθεί να φτάσει τον Αλλο εαυτό του, να τον ξεπεράσει και να τον λυτρώσει.
Ο Ζορμπάς είναι ένας άνθρωπος που αγαπά την πράξη· είναι αδιάβαστος αλλά πλούσιος σε γνώσεις που πηγάζουν από τις εμπειρίες της ζωής. Ο Συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος που αγαπά τη θεωρία· είναι διαβασμένος και πλούσιος σε γνώσεις που πηγάζουν από τα βιβλία αλλά παρ’ όλα αυτά μαθητεύει δίπλα στον αδιάβαστο σύντροφό του.

Από τη μία πλευρά, έχουμε τον Συγγραφέα ως εκπρόσωπο της θεωρίας, της γνώσης, του πνεύματος, της διανόησης, που χαρακτηρίζεται από ασκητική εγκράτεια, διακατέχεται από σοβαροφάνεια και εκφράζεται με υψηλό ύφος· από την άλλη πλευρά, έχουμε τον Ζορμπά ως οπαδό της πράξης, της πείρας, του σώματος, της ύλης, που ξεχειλίζει από ανθρώπινη φιληδονία, αντιδρά με αυθορμητισμό και αποτυπώνεται με ταπεινό ύφος.
Ο Συγγραφέας αποτελεί σύμβολο της πνευματικής ύπαρξης και ο Ζορμπάς είναι το σύμβολο της πραγματικής ζωής· μιας ζωής που κυλάει σαν ένα ορμητικό ποτάμι μέσα από τον χαρακτήρα του Ζορμπά· δεν συγκρατείται και δεν εμποδίζεται, δεν ξεκόβεται και δεν περιθωριοποιείται από την καθολική ροή του κόσμου: ο άνθρωπος ζει μία μόνο φορά· ή ζει λοιπόν ή δεν ζει!

Ο Καζαντζάκης κατάφερε να συνθέσει μια ιδιότυπη πνευματική αυτοβιογραφία του, πραγματοποιημένη με δύο πρόσωπα: τον τύπο του ανθρώπου (ο Συγγραφέας) που θεωρητικά είναι ή που θα ήθελε να είναι και τον τύπο του άλλου ανθρώπου (ο Ζορμπάς) που φέρει εν δυνάμει μέσα του και δεν μπορεί να τον ζήσει.
Ο ίδιος ο Καζαντζάκης φροντίζει να περιγράψει την άποψή του σχετικά με το έργο του: «ο Ζορμπάς ήταν κυρίως διάλογος ενούς καλαμαρά και ενούς μεγάλου ανθρώπου του λαού· διάλογος μεταξύ του δικηγόρου Νου και της μεγάλης ψυχής του λαού». Υπερθεματίζοντας με την άποψη του συγγραφέα-δημιουργού, το μυθιστόρημα αποτελεί πραγματικά έναν διάλογο του ενδότερου και του εξώτερου κόσμου ενός ανθρώπου· μια συνομιλία ανάμεσα στην καρδιά και στο μυαλό, της φαντασίας και του πραγματικού, του ασυνείδητου και του συνειδητού, του ανύπαρκτου και του υπαρκτού· μια συζήτηση ανάμεσα στο Εγώ και στο Αλλο Εγώ: του Εαυτού και του Αλλου Εαυτού· μια επικοινωνία ειδώλων που φανερώνει τον αντι-καθρεπτισμό του ίδιου ανθρώπου, του ίδιου προσώπου, του ίδιου του συγγραφέα.

Ο διάσημος Zorba the Greek

Το βιβλίο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά αποτελεί ένα από τα πλέον γνωστά έργα του Νίκου Καζαντζάκη τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και στο εξωτερικό. Η διεθνής απήχηση και η διαχρονική ανταπόκριση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη αποδεικνύεται από την πληθώρα των εκδόσεών του σε ξένες γλώσσες, που δίκαια αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ελληνες λογοτέχνες ο οποίος καθιερώνεται ως ο πλέον πολυμεταφρασμένος Νεοέλληνας συγγραφέας παγκοσμίως. Από τη μία πλευρά στις ξένες εκδόσεις, το μυθιστόρημα ο Ζορμπάς λαμβάνει το 1954 το βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος που εκδόθηκε στη Γαλλία. Μέχρι σήμερα έχει μεταφραστεί στις ακόλουθες γλώσσες: Αγγλικά, Αλβανικά, Αραβικά, Βιετναμέζικα, Βουλγαρικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Δανικά, Εβραϊκά, Εσθονικά, Ιαπωνικά, Ισλανδικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Καταλανικά, Κινεζικά, Κορεατικά, Κροατικά, Λιθουανικά, Νορβηγικά, Ουγγρικά, Ουκρανικά, Ολλανδικά, Περσικά, Πολωνικά, Πορτογαλικά, Ρουμανικά, Ρωσικά, Σερβοκροάτικα, Σινγκαλέζικα, Σλοβακικά, Σλοβενικά, Σουηδικά, Τουρκικά, Τσέχικα, Φιλανδικά, στην ομιλούμενη γλώσσα της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, στην ομιλούμενη γλώσσα του Λουξεμβούργου και στην ομιλούμενη γλώσσα της Νότιας Αφρικής.

Στη μεγάλη οθόνη

Από την άλλη πλευρά στον κινηματογράφο η Μυθιστορία του Αλέξη Ζορμπά έχει παρασταθεί με τον πλέον δημοφιλέστατο διεθνώς τίτλο Zorba the Greek σε σενάριο-σκηνοθεσία του αξέχαστου Μιχάλη Κακογιάννη και σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.

Τον ρόλο του Ζορμπά ενσάρκωσε ανεπανάληπτα ο Αντονι Κουίν, ενώ του συγγραφέα ο Αλαν Μπέιτς· η Λίλα Κέντροβα διακρίθηκε για την εξαιρετική ερμηνεία της στον ρόλο της Μαντάμ Ορτάνς· η Ειρήνη Παπά υποδύθηκε τον ρόλο της χήρας και ο αείμνηστος Σωτήρης Μουστάκας το ρόλο του Μιμυθού. Το 1965, η ταινία κέρδισε τρία Οσκαρ: β΄ γυναικείου ρόλου (Λίλα Κέντροβα), καλλιτεχνικής διεύθυνσης (Βασίλης Φωτόπουλος) και φωτογραφίας (Γουόλτερ Λάσαλι), ενώ ήταν υποψήφια και για τα Οσκαρ α΄ ανδρικού ρόλου (Αντονι Κουίν), διασκευασμένου σεναρίου, σκηνοθεσίας και καλύτερης ταινίας (Μιχάλης Κακογιάννης).

Η μνημειώδης αυτή κινηματογραφική μεταφορά του «Ζορμπά του Ελληνα» αποτέλεσε παγκόσμια επιτυχία που κατέστησε τον Καζαντζάκη ως τον πλέον αναγνωρισμένο Ελληνα συγγραφέα σε διεθνή κλίμακα.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι το έργο του Νίκου Καζαντζάκη είναι ίσως το καλύτερο από τη σειρά των μυθιστορημάτων που έγραψε ο συγγραφέας στα μεταπολεμικά χρόνια και συγκαταλέγεται στα 100 Καλύτερα Βιβλία όλων των Εποχών σύμφωνα με την έκθεση που συντάχθηκε το 2002 από τη Νορβηγική Λέσχη του Βιβλίου.
(Απόσπασμα από την εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ" 14:01, 17/11/2013)

Οι Ηχογραφήσεις των επιστολών.
Διαβάζει η Όλγα Κουτούμπου.
Διάρκεια Ανάγνωσης: 8h 8m.


Τις επιστολές αυτές τις είχε απευθύνει ο Νίκος Καζαντζάκης στην πρώτη σύζυγό του, από το 1920 ως το 1923, εποχή που η ατμόσφαιρα της Ευρώπης, ηλεκτρισμένη, ξεπετούσε αστραπές δεξιά κι αριστερά κ' έκανε να δονείται κάθε αληθινά πνευματικός άνθρωπος.

Με την έκδοση αυτή δεν παρέχεται μόνο μια πνευματική χαρά στους πολυπληθείς αναγνώστες του αγαπημένου συγγραφέα. Τα κείμενα τούτα, πιο πολύ ίσως από οποιαδήποτε άλλα, είναι αποκαλυπτικά ντοκουμέντα τόσο του Ανθρώπου όσο και του Έργου του, γιατί φανερώνουν, πέρα από τον προσωπικό χαρακτήρα της καθημερινής έγνοιας του, την αγωνιώδη σκέψη του και την άγρυπνη συνείδησή του. Ο εκδότης ακόμη εκτελεί, κατά κάποιον τρόπο, και μια παλαιότερη επιθυμία του ίδιου του Νίκου Καζαντζάκη: Να δημοσιεύσει μια σειρά βιβλία σε τύπο επιστολών, με τον τίτλο "Γράμματα στη γυναίκα μου" (βλέπε επιστολή 1 Μαΐου 1923).
Ο ίδιος μας είχε ομολογήσει ότι μέσα στις επιστολές αυτές, που βλέπουν σήμερα (ένα χρόνο μετά το θάνατό του) το φως της δημοσιότητας, υπάρχουν μερικές από τις ωραιότερες σελίδες που είχε γράψει.
Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι τα εμπόδια δεν ήσαν λίγα για ένα τέτοιο εγχείρημα. Χρειάστηκε, όπως και στην εμφάνιση των άλλων έργων της σειράς Καζαντζάκη, θάρρος και επιμονή, για να υπερνικηθούν ενδοιασμοί, αντιρρήσεις, και δυσκολίες κάθε λογής.
Διαβάζοντας κανείς τις "Επιστολές προς τη Γαλάτεια" το βλέπει καθαρά πως ο άνθρωπος που τις έγραψε δεν έχει να κρύψει τίποτα· γιατί μέσα σ' αυτές δεν εκφράζει τίποτα που να μη μπορούσε να το διακηρύξει δημόσια, αν χρειαζόταν. Κι όταν μιλάει για πρόσωπα γνωστά, με τούτον ή εκείνο τον τρόπο, κι όταν αναφέρεται στο ελληνικό κοινό εκείνης της εποχής, δεν σκανδαλοθηρεί αλλά εποπτεύει· κακοφανισμένος και πικραμένος συχνά, ενθουσιασμένος κάποτε, πάντα όμως υπεύθυνα, σαν αληθινός πνευματικός άνθρωπος.
Επειδή θεωρήσαμε απαραίτητα ορισμένα κατατοπιστικά σχόλια για τον αναγνώστη, όπως γίνεται με κάθε επιστολογραφία, αναθέσαμε την υπεύθυνη αυτή δουλειά στον ποιητή και κριτικό κ. Άρη Δικταίο, συντοπίτη και φίλο τόσο της Γαλάτειας όσο και του Νίκου Καζαντζάκη.
(Αθήνα, Οχτώβρης 1958, Ο εκδότης, από τον πρόλογο της έκδοσης του βιβλίου)

Οι Ηχογραφήσεις του έργου της μετάφρασης.
Διαβάζει ο Όμηρος Φωτεινάτος.
Διάρκεια Αφήγησης: 12h 38m.


Η ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΟΥ ΔΑΝΤΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Όλη η "Θεία Κωμωδία" (Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος) είναι δάσος από σύμβολα. Στο έργο αυτό έχει συμπυκνωθεί αλάκερη η σοφία τού Μεσαίωνα.

»Κι όχι μονάχα η σοφία. Παρά κι όλα τα πάθη τού Μεσαίωνα. Η απληστία που είχαν τότε οι άνθρωποι να ζήσουν, ν’ αγαπήσουν, να μισήσουν, ν’ αποχτήσουν δύναμη· και συνάμα, ο μεσαιωνικός τρόμος για την Κόλαση, για το Θεό που τα βλέπει όλα, και τίποτα δε συχωράει, και δεν ανέχεται ανταρσία. Οι αγγέλοι, οι δαιμόνοι, δεν ήταν αφηρημένες ιδέες παρά όντα πιο πραγματικά από τους ανθρώπους κι από τα ζώα. Η Γης τούτη, η τόσο ελκυστική, ήταν παγίδα· κι αλίμονο σε όποιον γοητεύουνταν από τα δολώματα. Κι όμως οι άνθρωποι αυτοί τού Μεσαίωνα κυκλοφορούσαν μέσα στην παγίδα τούτη γιομάτοι αίμα χοχλακιστό, πεινούσαν κι έτρωγαν, διψούσαν κι έπιναν, αγαπούσαν, σκότωναν, με ένταση που η σημερινή άπιστη ανθρωπότητα δεν μπορεί πια να νιώσει.
»Ένας τέτοιος άνθρωπος, με τέτοιο αίμα, ήταν κι ο Δάντης. Και τα εφτά Αμαρτήματα τα είχε στο μέτωπό του· μα συνάμα και τις εφτά Φτερούγες, που τον χτυπούσαν και του σβήναν τις αθλιότητες και τις κακίες. Ο Δάντης δεν ήταν άνθρωπος της πένας, 'λόγιος'· μήτε ήταν αγνός, ενάρετος, ανεξίκακος, δίκαιος· η ανάβαση γι’ αυτόν στο Καθαρτήρι ήταν έργο επίπονο, αιματερό, κατάχτηση ένοπλη κάθε στιγμή, μαστίγωμα της ψυχής του ανήλεο. Κι ο Παράδεισος δεν του ανοίχτηκε ήσυχα, χαρούμενα από τον πορτοφύλακα άγγελο· ο Δάντης έσπασε με τη βία την πόρτα τού Παράδεισου για να μπει.

Ο Νίκος Καζαντζάκης θεωρούσε τον Δάντη ως μια από "τις ψυχές που έθρεψαν την ψυχή του" και δεν αποχωριζόταν μια μικρού σχήματος έκδοση του ιταλικού πρωτοτύπου της "Θείας κωμωδίας". Ο αχόρταγος ταξιδευτής του ορατού και του μη αισθητού κόσμου δεν μπόρεσε να μην ενδώσει στην πρόκληση να αποδώσει στα ελληνικά το αριστούργημα αυτό της ιταλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Στην έκδοσή μας περιλαμβάνονται και τα τρία μέρη τού έργου: Κόλαση, Καθαρτήρι, Παράδεισος, αλλά και Εισαγωγή με βιογραφικά στοιχεία για τον Δάντη και ανάλυση του έργου (με εξωτερικό και εσωτερικό διάγραμμα), καθώς και πολυσέλιδα Σχόλια και Λεξιλόγιο, όλα του Νίκου Καζαντζάκη.


Πόσα έχουν γραφεί, και πόσα άραγε θα γραφούν ακόμη, για την Κωμωδία τού Δάντη; Ο επιγραμματικός χαρακτηρισμός που της απέδωσε ο Βοκάκιος, Θεία, στάθηκε τόσο σύμφωνος με τις καρδιές όσων τη διάβασαν, ώστε να ενσωματωθεί στον τίτλο της.
Ο Νίκος Καζαντζάκης θεωρούσε τον Δάντη ως μια από «τις ψυχές που έθρεψαν την ψυχή του» και δεν αποχωριζόταν μια μικρού σχήματος έκδοση του ιταλικού πρωτοτύπου τής Θείας Κωμωδίας. Ο αχόρταγος ταξιδευτής τού ορατού και του μη αισθητού κόσμου δεν μπόρεσε να μην ενδώσει στην πρόκληση να αποδώσει στα ελληνικά το αριστούργημα αυτό της ιταλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Στην έκδοσή μας περιλαμβάνονται και τα τρία μέρη τού έργου: Κόλαση, Καθαρτήρι, Παράδεισος, αλλά και Εισαγωγή με βιογραφικά στοιχεία για τον Δάντη και ανάλυση του έργου (με εξωτερικό και εσωτερικό διάγραμμα), καθώς και πολυσέλιδα Σχόλια και Λεξιλόγιο, όλα τού Νίκου Καζαντζάκη.

ΕΝΑΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΟΣ ΑΘΛΟΣ
Η “ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ” ΤΟΥ ΔΑΝΤΗ ΕΙΣ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

«Υπάρχει στην παγκόσμια λογοτεχνία ένα κείμενο του οποίου το νόημα είναι τόσο καταπληκτικά σφιχτοδεμένο με την επιγραμματική διατύπωση, τον ρυθμό και την στιχουργική αρμονία τής γλώσσας που γράφηκε, ώστε κάθε προσπάθεια μεταφοράς του σε άλλη γλώσσα να θεωρείται τόλμημα εκ των προτέρων καταδικασμένο σε βέβαιη αποτυχία. Και είναι βαθιά ριζωμένη σε όλο τον διανοούμενο κόσμο η πεποίθηση ότι η Θεία Κωμωδία τού Δάντη είναι και θα παραμείνει αμετάφραστη. Γιατί ο ξένος που θα επιχειρούσε να μετακινήσει την απαράμιλλη αρμονία των ιταλικών λέξεων του δαντικού στίχου θα ’πρεπε όχι μόνο να κατέχει άρτια την Τοσκανική διάλεκτο του 12ου αιώνος, αλλά και την ίσαμε σήμερα συνεχιζόμενη απέραντη δαντολογία –σχόλια, ερμηνείες, αμφισβητήσεις τού σκοτεινού κειμένου–, όχι μόνο να εξουσιάζει όπως την Τοσκανική στην εντέλεια και τη δική του γλώσσα, αλλά και να συνενώνει εξαιρετικές ιδιότητες που σπανιότατα συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο:
»Να είναι δηλαδή ιστορικός, σοφός, ποιητής και συνάμα ένας ακαταπόνητος εργάτης αλυσοδεμένος από τον αυστηρό δαντικό ενδεκασύλλαβο. Τότε μόνο θα μπορούσε να προσεγγίσει κάπως το απροσπέλαστο πρωτότυπο. Τέτοιοι όμως ιδεώδεις μεταφρασταί δε βρίσκονται εύκολα και γι’ αυτό σ’ ελάχιστες χώρες υπάρχουν αξιόλογες μεταφράσεις τού δαντικού αριστουργήματος. [...]
Στην Ελλάδα, αν και η πλουσιότατη σε αποχρώσεις γλώσσα μας δεν έχει φτάσει ακόμη στην απόλυτη ενότητα του ύφους για να διευκολύνει μεταφραστικές εργασίες τόσο πολύπλοκες, βρέθηκαν εν τούτοις τολμηροί μεταφρασταί που καταπιάστηκαν με τον δαντικό λαβύρινθο.
[... Ο Γ. Νάζος αναφέρεται κατόπιν στις αποσπασματικές ή μη επιτυχείς, κατά τη γνώμη του, μεταφραστικές απόπειρες των: Μουσούρου, Καλοσγούρου, Ζουφρέ, Αντωνιάδη, Καιροφύλλα, Βουτσινά και Σταυρόπουλου, και στις διάφορες δυσχέρειες μετάφρασης της Θείας Κωμωδίας στην ελληνική γλώσσα. ...]
»Ευτυχώς, όλες αυτές οι προϋποθέσεις που φαίνονται ανυπέρβλητες, πραγματοποιήθηκαν και μπορούμε σήμερα να αναγγείλουμε την πρώτη μετάφραση της Θείας Κωμωδίας στα ελληνικά από τον κ. Ν. Καζαντζάκη. Και μετάφραση πιστή ως την βαθύτερη ουσία τού δαντικού αριστουργήματος, τόσο που έρχονται σε δεύτερη μοίρα οι ασυνήθιστες στ’ αυτί μας λέξεις τής Κρητικής διαλέκτου ή και άλλων από τας οποίας ο μεταφραστής παρέλαβε το υλικόν που του χρειάζονταν για να ολοκληρώσει την δημιουργική του προσπάθεια, και φθάνομε στο σημείον, ώστε ν’ αδιαφορούμε τελείως για όποια λέξη δεν καταλαβαίνουμε και για όλα τα απροσδόκητα ξαφνιάσματα που παρουσιάζονται μπροστά μας.
Το κατόρθωμα αυτό του μεταφραστού [...] δεν είναι ασφαλώς τυχαίον. Πρέπει ο άνθρωπος αυτός να αφομοιώθηκε τόσο με την ατμόσφαιρα του έργου που μετέφραζε, να ένοιωσε τόσο βαθιά την ανάγκη τής εκφράσεώς της, ώστε παρ’ όλα αυτά και με αυτή να πραγματοποιήσει μια γενικότατη απόδοση της μεγαλειώδους πνοής τού δαντικού έπους στην ανάμικτη γλώσσα του. Και όχι μόνο μια γενικότατη, αλλά και μια ειδικότατη, παρακολουθώντας με την αυστηρότερη προσήλωση τον δαντικό ενδεκασύλλαβο σ’ όλες τις διακυμάνσεις και σ’ όλες τις αποχρώσεις του με τέτοια προσήλωση, που οι 14.250 στίχοι τού ιταλικού κειμένου να αντιστοιχούν ακριβώς στην ελληνική μετάφρασή του με 14.250. [...]»
(Ο Γεώργος Νάζος, σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η Καθημερινή, στις 25 Δεκεμβρίου 1934, έγραψε για τη μετάφραση της Θείας Κωμωδίας από τον Νίκο Καζαντζάκη, την οποία χαρακτηρίζει ως «μνημειώδη και μέσα στην παγκόσμια λογοτεχνία απόδοση».)


«[...] Το καλοκαίρι τού 1932 ζούσα μονάχος σε μιαν ξαίθρα τού δάσους τής Μπουλώνης και γείτονά μου είχα τον Νίκο Καζαντζάκη. Κάθε βράδυ ανταμώναμε και, μακριά από τους θόρυβους και τις έγνοιες τής πολιτείας πασκίζαμε να τονώσουμε την ψυχή μας με ποίηση και με χίμαιρες. Κάθε βράδυ γύριζε κι ο Δάντης στο στόμα μας, σα μεγάλο υπόδειγμα καρτερίας, άσκησης και καθαρού πάθους. Όχι μια φορά, το Β΄ Άσμα τού “Παράδεισου”, με την τεράστια συμβολική σημασία του για όσους δουλεύουνε την Τέχνη, ανέβηκε στα χείλη μας:

O voi che siete in piccioletta barca,
desiderosi d’ascoltar, seguíti
dietro al mio legno che cantando varca...

»Η μετάφραση του Καλοσγούρου περνούσε συχνά από τα χέρια μας, κι ο Καζαντζάκης, σαν καλύτερος γνώστης τού πρωτότυπου, διόρθωνε εδώ κ’ εκεί το στίχο με μια λέξη ζωηρότερη κι ακριβέστερη κ’ έδειχνε τη δυνατότητα μιας νέας μετάφρασης αντάξιας τού πρωτότυπου. Ένα βράδυ μού φύλαγε τούτο το ξάφνισμα: Μού ’βαλε στο ένα χέρι τον Καλοσγούρο, στο άλλο μια μικρή φλωρεντίνικη έκδοση του Δάντη, που δεν την αποχωριζότανε ποτέ, κι άρχισε να μου διαβάζει από τα χαρτιά του:

Στο μεσοστράτι απάνω τής ζωής μας
σε σκοτεινό πλανέθηκα ρουμάνι
γιατί ’ταν η ίσια στράτα αστοχημένη...

»Το ιταλικό κείμενο, λέξη με λέξη, συμφωνούσε με το λαμπρόν ελληνικό στίχο, που βάδιζε όπως κι ο ιταλικός σε έντεκα συλλαβές:

nel mezzo del cammin di nostra vita
mi ritrovai per una selva oscura,
chè la diritta via era smarrita...

»Όλο το πρώτο Άσμα τής “Κόλασης”, με θρησκευτική πίστη στο γράμμα τού κείμενου, σ’ εντεκασύλλαβο στίχο, με χάρη, με άνεση και με λυγεράδα, είχε μεταφερθεί στην καθαρότατη και πλούσια γλώσσα μας. Τον “άρτο των αγγέλων” που τραγούδησε ο Δάντης, τόνε κρατούσα πια μες στα χέρια μου. »Από κείνο το βράδυ και πέρα, μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα πραγματικού ενθουσιασμού κ’ έξαρσης, ο Καζαντζάκης πελέκησε πάνω στο πολυτιμότερο υλικό τής γλώσσας μας το έπος τού Δάντη. Οι 14.250 στίχοι, λέξη προς λέξη, στίχος προς στίχο, χωρίς καμιά παράλειψη και χωρίς κανένα παραγέμισμα, μεταφερθήκανε στη γλώσσα μας.
»Με την πρόθεση να βοηθήσω τον αναγνώστη ν’ αποτιμήσει την έχταση και τη σημασία τού μεταφραστικού αυτού έργου και συνάμα να εννοήσει το βαθμό τής ειλικρίνειας και της γενναιοφροσύνης που εμψυχώσανε τον Έλληνα ποιητή, θα παρουσιάσω εδώ συνοπτικά μερικούς στοχασμούς που μου γεννήθηκαν όταν για πρώτη φορά χάρηκα το πνευματικό δώρο που απολαβαίνει σήμερο η Ελλάδα. »1. Η γλώσσα. Δεν είναι άγνωστο για όσους παρακολουθούνε τα νεοελληνικά γράμματα πως από δέκα κάπου χρόνια ο Νίκος Καζαντζάκης έχει αφοσιωθεί με εργατικότητα και με πάθος στη συγγραφή ενός μεγάλου έπους...».
(Άρθρο τού φίλου και βιογράφου τού Νίκου Καζαντζάκη, επίσης λογοτέχνη, Παντελή Πρεβελάκη, για την πολύκροτη μετάφραση της Θείας Κωμωδίας δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νεοελληνικά Γράμματα, στις 4 Μαΐου 1935.)

Οι Ηχογραφήσεις του μυθιστορήματος.
Μετάφραση του Παντελή Πρεβελάκη.
Διαβάζει η Αθηνά Τσάση.
Διάρκεια Αφήγησης: 9h 35m.


«Μέσα από τις περιπέτειες της καρδιάς και του πνεύματος, ο ήρωας του μυθιστορήματος αξιώνεται να δώσει νόημα στον κόσμο και να διατυπώσει μια θεωρία για τον προορισμό του ανθρώπου. "Διπλή πορεία". Ο ήρωας καταλήγει στον "Κήπο των Βράχων", έναν κήπο δίχως λουλούδια, δίχως δέντρα, δίχως νερό· αλλά που με τους γυμνούς βράχους του δίνει την εικόνα της ελεύθερης ψυχής που δεν έχει ψευδαισθήσεις, δεν έχει ελπίδες.

Ο ήρωας του "Βραχόκηπου" μυσταγωγείται προς το τέρμα αυτό από τον έρωτα. Η κύρια δοκιμασία του συνίσταται στο ερωτικό πάθος που του εμπνέει μια παρθενική Κινεζούλα, θυγατέρα του σεβάσμιου μανταρίνου που τον φιλοξενεί. Ο έρωτάς τους έχει το μεταρσιωτικό κι απελπισμένο ύφος του ρομαντισμού: οι εραστές συμπάσχουν ως το τέλος, αλλά ο πόθος τους παραμένει ανεκπλήρωτος. [...]
Ο Καζαντζάκης έχει περιγράψει στον "Βραχόκηπο", άλλη μία φορά, τη σύγκρουση της σάρκας με το πνεύμα - το δυαδισμό που αποτέλεσε τον άξονα της αισθαντικότητας και της σκέψης του. Αλλά δεν γινόταν να λησμονήσει την άλλη περιλάλητη αντινομία της δράσης και του στοχασμού. Ο εκπρόσωπος της δράσης είναι εδώ ο Κινέζος επαναστάτης, ο παλιός συμφοιτητής του αφηγητή. Ο επαναστάτης λυτρώνεται μέσα στην Ιστορία· ο αφηγητής -που είναι ο ίδιος ο Καζαντζάκης- ποθεί σπαρακτικά να εκμηδενιστεί κι αυτός σε μια πραγματικότητα υπέρτερη από το εγώ του. Αλλά είναι ακόμη ευπαθής σε όσα αντιθέτουν τον άνθρωπο με τον κόσμο, και την ευπάθειά του την ανάγει στη θεωρία της ματαιότητας: "Απέχω από τον αγώνα, γιατί ξέρω το τέλος όλων των πραγμάτων...". [...]
(Από τον πρόλογο του επιμελητή)

«Ο "Βραχόκηπος", είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να σώσει την ψυχή του, έχοντας, ωστόσο, έντονη την επίγνωση ότι άλλοι γύρω του μάχονται για την ίδια τους τη ζωή και τον καλούν να ενωθεί μαζί τους. Ίσως κανένα άλλο έργο τού Νίκου Καζαντζάκη δεν πλησιάζει τόσο στο να μας δώσει ολόκληρο το μέτρο τού πνευματικού αγώνα του, όσο αυτό το μυθιστόρημα, που γράφτηκε στο ζενίθ της βίαιης σύγκρουσης μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας.»
(Από την αγγλική έκδοση Nikos Kazantzakis, "The Rock Garden", Simon and Schuster, New York 1963.)

Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε τον "Βραχόκηπο" απευθείας στα γαλλικά, γλώσσα στην οποίαν έμελλε να εκδοθεί το 1959, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του. Η ελληνική έκδοση περιλαμβάνει, εκτός από το κείμενο του μυθιστορήματος, Πρόλογο και Σημείωμα του Παντελή Πρεβελάκη, ο οποίος το μετέφρασε στα ελληνικά.

«Οταν ο Καζαντζάκης έκανε το πρώτο του ταξίδι στην Άπω Ανατολή το 1936, συγκινήθηκε βαθιά από τον γαλήνιο και αφοσιωμένο ηρωισμό των δύο ανταγωνιστικών φυλών: των Κινέζων, που ξεσηκώνονταν απελπισμένα ενάντια στους εχθρούς και στους δικούς τους αφέντες, και των Ιαπώνων, που αφιερώνονταν σε μιαν ανένδοτη και πολεμόχαρη λατρεία.
»Ο Καζαντζάκης, που πάντα ενδιαφερόταν για την προσπάθεια του ανθρώπου να διαγάγει έναν ηρωικό βίο, κεντρίσθηκε από τις ομοιότητες που βρήκε μεταξύ τής Ανατολικής σκέψης και της δικής του φιλοσοφίας, και επέστρεψε στην Ευρώπη για να διοχετεύσει όλες του τις εμπειρίες και τις παρατηρήσεις σ' αυτό το λυρικό και παθιασμένο μυθιστόρημα.
»Η δράση τού Βραχόκηπου εξελίσσεται σε δύο επίπεδα εμπειρίας: Πρώτα, είναι η ιστορία τού Ευρωπαίου ταξιδιώτη που ερωτεύεται την κόρη ενός Κινέζου μανδαρίνου και εμπλέκεται στους κινδύνους τής επαναστατικής δράσης και του ωμού πολέμου.
»Όμως, "Ο Βραχόκηπος" είναι κάτι παραπάνω από ένα μυθιστόρημα έρωτα, ίντριγκας και ανδρείας. Είναι μια σε βάθος μελέτη των ίδιων των συγκρούσεων και των επιθυμιών τού Καζαντζάκη: ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο ανικανοποίητος περιπλανώμενος που αποζητά μια πνευματική σιγουριά ανάμεσα στις μεγάλες θρησκείες και φιλοσοφίες της Ανατολής, είναι ο ίδιος ο Νίκος Καζαντζάκης. Ελκόμενος στη μάχη, μπαίνοντας στον πειρασμό να δεσμεύσει τον εαυτό του σε ένα σκοπό, ρουφώντας ολόκληρο το περίπλοκο πνεύμα της Κίνας, ο Καζαντζάκης κατορθώνει αριστοτεχνικά να "προβάλει" τη δική του προσωπικότητα μέσα στη μυθοπλασία μιας συγκινητικής ιστορίας αγάπης και στην πραγματικότητα της απέραντης αναταραχής.»
(Από την αγγλική έκδοση Nikos Kazantzakis, "The Rock Garden", Simon and Schuster, New York 1963.)

Μαγικό ταξίδι στον «Βραχόκηπο»

«Μ«Μπήκαμε σε πολεμική περίοδο, το χρέος μας είναι να γίνουμε πολεμιστές. Η εποχή μας είναι, το θέλουμε - δεν το θέλουμε, σιδερόφραχτη. Πρέπει κι η καρδιά μας να ‘ναι σιδερόφραχτη. Να πετάξουμε έξω την κλαψιάρικη ποίηση, τη ρομαντική αισθηματικότητα, την τρυφεράδα, την ευτυχία. Να κάμουμε μια καρδιά αυστηρή, χωρίς αυταπάτες, χωρίς μάταιες ελπίδες, λεύτερη. Μιαν καρδιά σαν κείνους τους γιαπωνέζικους ή κινέζικους κήπους που ‘ναι χωρίς λουλούδια, χωρίς δέντρα, χωρίς νερό, καμωμένοι μονάχα από βράχους»

«Το άτομο γεννήθηκε εφήμερο, η φυλή είναι αιώνια. Οποιος θυσιάζεται για τη φυλή του γίνεται αθάνατος», γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στον «Βραχόκηπο»
«Το άτομο γεννήθηκε εφήμερο, η φυλή είναι αιώνια. Οποιος θυσιάζεται για τη φυλή του γίνεται αθάνατος», γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στον «Βραχόκηπο»
Εγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης κι ολοκλήρωνε μέσα σε έναν μήνα τον «Βραχόκηπό» του το 1936, επηρεασμένος βαθύτατα από τα ταξίδια του στην Κίνα και την Ιαπωνία, όπως μας εξηγεί στο επίμετρό του ο δρ Πάτροκλος Σταύρου: «Εάν ο "Τόντα - Ράμπα" είναι το πολιτικό μυθιστόρημα των τεσσάρων ταξιδιών του Νίκου Καζαντζάκη στη Σοβιετική Ενωση, ο "Βραχόκηπος" είναι το πολιτικό-πνευματικό μυθιστόρημα της πρώτης από τις δύο επισκέψεις του στην Κίνα και στην Ιαπωνία». Αποκαλύπτοντας μάλιστα ότι «Ταξίδι ονειρευόταν και στην Ινδία, για ανάλογο βιβλίο, για το οποίο βρήκε και τίτλο: Felsenkloster (Μοναστήρι των Βράχων). Το ταξίδι παρέμεινε όνειρο, καθώς και το βιβλίο».
Για την άντληση πληροφοριών όσον αφορά τον «Βραχόκηπο», καταφεύγουμε ?συμπληρώνει- στις δύο βασικές και έγκυρες πηγές: Στα «Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη», που εξεδόθησαν για πρώτη φορά το 1965 και στο «Νίκος Καζαντζάκης, Ο Ασυμβίβαστος», βιογραφία βασισμένη σε ανέκδοτα γράμματα και κείμενα του συγγραφέα, που υπογράφει η Ελένη Καζαντζάκη και εξεδόθη σε πρώτη έκδοση στα ελληνικά στη Λευκωσία το 1977.
Η πρώτη έκδοση του «Βραχόκηπου» έγινε στο Αμστερνταμ το 1939 στα Ολλανδικά, από τον οίκο Wereldbibliotheek σε μετάφραση Reinder Blijstra από τα γαλλικά. Για το βιβλίο, η Ελένη Καζαντζάκη θα γράψει στον «Ασυμβίβαστο» σχετικά: Μαγικό ταξίδι στον «Βραχόκηπο»
«Oπως με τον "Τόντα-Ράμπα" και τη Σοβιετική Eνωση, ο Καζαντζάκης θέλησε με τον "Βραχόκηπο" να δώσει την πεμπτουσία από το ταξίδι του στη Μέση Ανατολή. Οι ταξιδιωτικές του εντυπώσεις δημοσιεύονταν πρώτα στις εφημερίδες, που τον έστελναν στις διάφορες μακρινές χώρες, με όλες τις λεπτομέρειες τις χρειαζούμενες για τις εφημερίδες. Ο "Βραχόκηπος" όμως, όπως τόσο σωστά το λέει ο βιογράφος του Αζίζ Ιζέτ, είναι ένα αργαστήρι, όπου όλα τα βιώματα του συγγραφέα "δοκιμάζουνται"».

Απαγόρευση
Τον «Βραχόκηπο», όπως μας πληροφορεί στο επίμετρό του ο δρ Πάτροκλος Σταύρου, είχε παραγγείλει στον Καζαντζάκη ο Γερμανός εκδότης της Λειψίας, Grethlein, με σχεδιαζόμενη την έκδοσή του το φθινόπωρο του 1936. Ο Καζαντζάκης του έστειλε το χειρόγραφο στις αρχές Απριλίου, όμως το ναζιστικό καθεστώς απαγόρευσε την έκδοση.
Για να διευκολύνει την έκδοσή του ο Καζαντζάκης το προλογίζει ως εξής: «Ο Βραχόκηπος είναι το περίπαθο μυθιστόρημα μιας ευρωπαϊκής ψυχής που γυρεύει ν’ ανανεωθεί από την επαφή με τη γοητευτική, επικίντυνη κι ηρωική ψυχή της Απω Ανατολής [...] Από τις σελίδες αυτού του αλλόφρενου και συνάμα ρεαλιστικού βιβλίου ξεχωρίζουν ολοκάθαρα τα δυο μεγάλα μαθήματα που μας δίνει η Ιαπωνία. Το "Φουντόσιν", η αταραξία της καρδιάς. η αυτοκυριαρχία, η σταθερότητα μπρος στον κίντυνο. Να καταφρονάς το θάνατο, να είσαι έτοιμος να πεθάνεις κάθε στιγμή. Οταν βγαίνεις από το σπίτι σου, να βγαίνεις σα να ήταν η τελευταία φορά. Το άτομο γεννήθηκε εφήμερο, η φυλή είναι αιώνια. Οποιος θυσιάζεται για τη φυλή του γίνεται αθάνατος». Kαι το δεύτερο «Ο κίντυνος πρέπει να γίνεται το σφοδρό διεγερτικό της δράσης. Το τραγικό νόημα της ζωής, αντί να εκφυλίζεται σε θλίψη και μοιρολατρία, γίνεται δίψα ζωής. Να νιώθεις τις δυνάμεις σου να δεκαπλασιάζουνται μπρος στην τραγική μοίρα, αυτή είναι στην εποχή μας γονιμότερη και πιο άξια του ανθρώπου συμπεριφορά», μας εξηγεί.
Δίνοντάς μας ταυτόχρονα και το στίγμα, τα «κλειδιά» του «Βραχόκηπου»: «Μέσα από τις οδυνηρές περιπέτειες της καρδιάς και του πνεύματός του, ο ήρωας του βιβλίου σηκώνεται ολοένα σε μια αψηλότερη, τραγικότερη και συνάμα ηρωικότερη νόηση του ατομικού του χρέους και του χρέους της εποχής του».
Κι όλα αυτά, το 1936. Για ένα βιβλίο «ζωντανό και γραμμένο με πάθος και διαύγεια, από έναν άνθρωπο που πρέπει να πόνεσε και να στοχάστηκε πολύ».
ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ
ΕΘΝΟΣ 11/2/2014

Οι Ηχογραφήσεις του μυθιστορήματος.
Διάρκεια Αφήγησης: 18h 50m.


Ο Καπετάν Μιχάλης είναι μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη. Είναι ένα από τα τελευταία του συγγραφέα και θεωρείται από τα κορυφαία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1953 από τις εκδόσεις Μαυρίδη, ενώ από τη δεύτερη έκδοσή του (Εκδόσεις Δίφρος, 1955) προστέθηκε ο υπότιτλος «Ελευτερία ή Θάνατος» καθώς και πρόλογος του συγγραφέα για το έργο του.
Από το 1964 και εντεύθεν η έκδοση του βιβλίου ανήκει στις Εκδόσεις Ελένη Καζαντζάκη, που διατηρεί τα δικαιώματα στο συνολικό έργο του συγγραφέα.

Υπόθεση:
Η υπόθεση τοποθετείται στην κρητική επανάσταση του 1889. Ο κεντρικός ήρωας, ο καπετάν Μιχάλης, ένας άγριος και ανυπότακτος πολεμιστής, έχει ορκιστεί να είναι μαυροντυμένος, αξύριστος και αγέλαστος μέχρι να ελευθερωθεί η Κρήτη. Όταν όμως συναντά την Εμινέ, τη γυναίκα του αδελφοποιητού του, του Νουρήμπεη, τον κυριεύει «ένας δαίμονας» που παρά τις προσπάθειές του δεν καταφέρνει να τον βγάλει από το μυαλό του.

Ενώ ο καπετάν Μιχάλης παλεύει με το δαίμονά του, ο Νουρήμπεης μονομαχεί με τον Μανούσακα, έναν αδερφό του καπετάν Μιχάλη, για να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του, τον οποίο σκότωσε ο αδερφός τους Κωσταρός πριν από χρόνια, και τον σκοτώνει· ο ίδιος, όμως, τραυματίζεται στα γεννητικά όργανα. Η πληγή του επουλώνεται, αλλά η βλάβη είναι μη αναστρέψιμη και εκείνος αυτοκτονεί, αδυνατώντας ν' αντέξει την περιφρόνηση και τον οίκτο της Εμινές (που εν τω μεταξύ έχει γίνει ερωμένη του καπετάν Πολυξίγκη) για την ανικανότητά του. Η είδηση του θανάτου του επιβαρύνει το ήδη τεταμένο κλίμα στο Μεγάλο Κάστρο, όπου καθημερινά φτάνουν μαντάτα για αψιμαχίες και ταραχές μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων σ' όλο το νησί.

Με την παρακίνηση των αγάδων, Τούρκοι στρατιώτες ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης σφάζοντας και πυρπολώντας. Λίγες μέρες αργότερα, ξεσπά η επανάσταση. Ο πόλεμος μαίνεται και οι Τούρκοι πολιορκούν το μοναστήρι του Αφέντη Χριστού. Την ίδια εποχή, η Εμινέ ετοιμάζεται να βαφτιστεί χριστιανή και να παντρευτεί τον Πολυξίγκη. Όμως το σόι του Νουρήμπεη την απαγάγει και ο καπετάν Μιχάλης την πιο κρίσιμη νύχτα της πολιορκίας φεύγει από το μοναστήρι για να τη γλιτώσει. Τα καταφέρνει και τη στέλνει στο σπίτι μιας θείας του. Με την απουσία του όμως οι Τούρκοι καταφέρνουν να πυρπολήσουν το μοναστήρι και ο καπετάν Μιχάλης σκοτώνει την Εμινέ για να ησυχάσει και να λυτρωθεί από τις τύψεις για το μοναστήρι.

Λίγο αργότερα, φτάνει στην Κρήτη ο Κοσμάς, γιος του Κωσταρού και ανιψιός του καπετάν Μιχάλη, φέρνοντας στους επαναστατημένους το μήνυμα της συνθηκολόγησης. Ένας μετά τον άλλον, οι καπεταναίοι καταθέτουν τα όπλα, αλλά ο καπετάν Μιχάλης αρνείται να υποταχθεί. Ο Κοσμάς πηγαίνει στο λημέρι του για να τον πείσει να παραδώσει τα όπλα, αλλά τελικά μένει και ο ίδιος, καθώς μέσα του ξυπνά η Κρήτη και ο πατήρ του ο Κωσταρός. Μέσα στον πυρετό της μάχης, καταλαβαίνει ότι ο καπετάν Μιχάλης έχει πια λυτρωθεί από κάθε φόβο κι ελπίδα. Σύντομα, θείος και ανιψιός πέφτουν νεκροί στην τελευταία έφοδο των Τούρκων.

Κριτική
Παρ' ότι πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα και στηρίχθηκε σε πραγματικά γεγονότα, εν τούτοις ο συγγραφέας συμπεριέλαβε και αρκετά φανταστικά περιστατικά. Το ενδιαφέρον του ήταν να δώσει την ιστορία ενός ανθρώπου, του καπετάν Μιχάλη (εικόνα του πατέρα του), που έταξε για σκοπό στη ζωή του τη συνείδηση του καθήκοντος και της θυσίας, ενώ γύρω του υπάρχει ένα πλήθος άλλων χαρακτήρων που ζουν το ίδιο έντονα μ' αυτόν τα χρόνια της επαναστατημένης Κρήτης. Από όλα τα άλλα έργα του, το βιβλίο αυτό του συγγραφέα είναι το πιο δεμένο με την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κρήτη. Στον πρόλογό του, ο ίδιος ο Καζαντζάκης το προσδιόρισε με τα λόγια:

«Όταν άρχισα τώρα στα γεράματα να γράφω τον Καπετάν Μιχάλη, ο κρυφός μου σκοπός ήταν τούτος: να σώσω, ντύνοντας το με λέξεις, τ' όραμα του κόσμου όπως το πρωταντίκρισαν και το δημιούργησαν τα παιδικά μου μάτια. Κι όταν λεω τ' όραμα του κόσμου, θέλω να πω το όραμα της Κρήτης.
Δεν ξέρω τι γίνουνταν, την εποχή εκείνη, στ' άλλα παιδιά της λευτερωμένης Ελλάδας· μα τα παιδιά της Κρήτης ανάπνεαν έναν αέρα τραγικό στα ηρωικά και μαρτυρικά χρόνια του Καπετάν Μιχάλη, όταν οι Τούρκοι πατούσαν ακόμα τα χώματα μας και συνάμα άρχιζαν ν' ακούγονται να ζυγώνουν τα αιματωμένα φτερά της Ελευτερίας.
Στην κρίσιμη αυτή μεταβατική στιγμή, τη γεμάτη πυρετό κι ελπίδες, τα παιδιά της Κρήτης γίνουνταν γρήγορα άντρες· οι ανύπνωτες έγνοιες των μεγάλων γύρα τους για την πατρίδα, για τη λευτεριά, για το Θεό που προστατεύει τους Χριστιανούς, για το Θεό που σηκώνει το σπαθί του να διώξει τους Τούρκους, κατασκέπαζαν τις συνηθισμένες χαρές και στεναχώριες του παιδιού».

Το βιβλίο
Ο καπετάν Μιχάλης κέρδισε τη διεθνή αναγνώριση, καθώς μεταφράστηκε συνολικά σε 28 γλώσσες, με πρώτη τα φινλανδικά το 1953 και τελευταία τα λιθουανικά το 2002. Στις περισσότερες γλώσσες ο τίτλος του είναι ο πρωτότυπος, ενώ σε άλλες (ανάμεσά τους στα αγγλικά και γαλλικά) δόθηκε ο υπότιτλος Ελευθερία και Θάνατος ως τίτλος.
Με βάση το βιβλίο έχουν ανεβεί και αρκετές θεατρικές παραστάσεις στην Ελλάδα από διάφορους σκηνοθέτες, με πρώτη το 1959 από τον θίασο Νίκου Χατζίσκου, ενώ στη δεύτερη (από τον Μάνο Κατράκη το 1966) ντύθηκε μουσικά από τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος έγραψε και το τραγούδι Δεν ήταν νησί, τα λόγια του οποίου ήταν προσαρμοσμένα από αυτούσιες φράσεις του βιβλίου.

Οι Ηχογραφήσεις του μυθιστορήματος.
Διαβάζει η Αθηνά Τσάση.
Διάρκεια Αφήγησης: 18h 55m.


Το συναρπαστικό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, στο οποίο βασίστηκε η πολύκροτη ταινία τού Μάρτιν Σκορσέζε "The Last Temptation of Christ", σε σχολιασμένη έκδοση.

Οι προηγούμενες εκδόσεις του "Τελευταίου πειρασμού" στα ελληνικά -και δεν μπορεί κανείς να ξέρει επακριβώς πόσες έγιναν- περιείχαν μόνο το κείμενο του συγγραφέως. Στην 20ή επανεκτύπωση (Ιανουάριος 2008) του έργου, όπως αυτό, με βάση την πρώτη έκδοσή του το 1955, ξαναστοιχειοθετήθηκε και τυπώθηκε το 1984, προσθέσαμε επίμετρο με ενημερωτικό σημείωμα του εκδότη-επιμελητή δρος Πατρόκλου Σταύρου και Παράρτημα με αποσπάσματα από την επίσημη Εφημερίδα των Συζητήσεων τής Βουλής, των συζητήσεων κατά το 1955 στη Βουλή των Ελλήνων για τον Νίκο Καζαντζάκη, κατόπιν τής καταφοράς τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας τής Ελλάδος εναντίον του.
Δίδονται στοιχεία για την αναγραφή τού βιβλίου στον Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων τού Βατικανού (Index) και για τις διώξεις τού Καζαντζάκη στην Ελλάδα από Εκκλησία και Πολιτεία, και φωτίζεται η ανθρώπινη, συγγραφική, εκδοτική και κοινωνικο-πολιτική περιπέτεια του επίμαχου αριστουργήματος.


«Από τον αξέχαστο συγγραφέα του Ζορμπά, ένα μυθιστόρημα μεγαλειώδες και με βαθύ συναισθηματικό αντίκτυπο, που αφηγείται την αγάπη και το πάθος ενός ανθρώπου: του Ιησού από τη Ναζαρέτ.

Γιος ενός ξυλουργού, ο άνθρωπος Ιησούς θα 'θελε να αγαπήσει μια γυναίκα και να αποκτήσει οικογένεια, αλλά η φωνή τού Θεού αντηχεί εκρηκτικά μέσα στην ψυχή του, τον οπλίζει με μια δύναμη ανώτερη από χίλιους στρατούς, του επιβάλλει θυσίες και μαρτύρια.
Η εσωτερική σύγκρουση του ανθρώπου, η πάλη μεταξύ σάρκας και πνεύματος, το ένστικτο της ανταρσίας και η ακαταμάχητη επιθυμία του να ενωθεί με τον Θεό, αναδύονται εδώ σε μιαν αφηγηματική τοιχογραφία που δοξάζει την υπέρτατη θυσία τού Χριστού.
Επάνω στον σταυρό, ετοιμοθάνατος πια, ο Ιησούς έχει ένα όραμα: πώς θα ήταν η ζωή του αν δεν είχε ακολουθήσει το κάλεσμα του Θεού. Είναι πράγματι ο τελευταίος πειρασμός, ο πειρασμός που ο Χριστός αποκρούει, πεθαίνοντας για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Ο Νίκος Καζαντζάκης, γεννημένος το 1883 στην Κρήτη, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς τής εποχής μας. Πέθανε στη Γερμανία το 1957».
(Από την ιταλική έκδοση Nikos Kazantzakis, "L' Ultima Tentazione", Euroclub, Edizioni Frassinelli, Bergamo 1989.)

«Ο "Τελευταίος Πειρασμός" είναι η καζαντζακική αναδημιουργία τής ζωής και του Πάθους τού Χριστού. Είναι ένα βαθιά πνευματικό πόνημα και ταυτόχρονα ένα ασυνήθιστα ζωντανό και συναρπαστικό μυθιστόρημα.
Σ' αυτό ο Νίκος Καζαντζάκης εναλλάσσεται ανάμεσα σε στιγμές ύψιστου ευφάνταστου λυρισμού και στιγμές αφόρητου σχεδόν ρεαλισμού, όταν η όλη αίσθηση του πλήθους, των ανθρώπων και της ατμόσφαιρας της Ιουδαίας ζωντανεύει, και όταν το σύνορο του χρόνου που μας διαχωρίζει από εκείνα τα σπουδαία γεγονότα μοιάζει να εξαφανίζεται.
Αυτό δεν είναι ένα "βιβλικό" μυθιστόρημα με τη συνηθισμένη έννοια. Οι χαρακτήρες δεν είναι σύγχρονοι άνθρωποι μασκαρεμένοι με τους χιτώνες τής αρχαιότητας. Ο Καζαντζάκης γράφει για αληθινούς ανθρώπους: ο Χριστός του είναι ένας άνθρωπος, ένας άνθρωπος του λαού, που τίθεται οδυνηρά στον πειρασμό να εγκαταλείψει την αφοσίωσή του σε ένα υπερ-ανθρώπινο ιδανικό και να βολευτεί ήσυχα σε μια ζωή ευτυχίας με την αγαπημένη του Μαρία. Είναι ένας άνθρωπος με ακραία πάθη και μεγάλο θάρρος και είναι ικανός -όπως όλοι οι άνθρωποι- να ενδώσει στον θυμό, στη θλίψη και σε στιγμές δειλίας.

Οι Απόστολοι είναι, επίσης, αληθινοί άνθρωποι, διστακτικοί, αβέβαιοι για τον εαυτό τους και για τον Χριστό, γρήγορα εγκαταλείπουν όταν οι περιστάσεις στρέφονται εναντίον τους. Εκτός από έναν: τον Ιούδα.
Ο Ιούδας είναι ο πολεμιστής, ο άνθρωπος της δύναμης, ο άνθρωπος που βλέπει στον Χριστό τον Μεσσία αυτού του κόσμου, έναν αυτοκράτορα που θα νικήσει τη Ρώμη στο ίδιο της το παιχνίδι. Και, σε τελική ανάλυση, μόνον ο Ιούδας είναι που μπορεί να καταστήσει δυνατό τον θρίαμβο του Χριστού.
Γιατί είναι ο Χριστός που ζητάει από τον Ιούδα να εκτελέσει την ύστατη πράξη αφοσίωσης: να τον προδώσει. Ο Χριστός συνειδητοποιεί ότι μπορεί να εδραιώσει τη Βασιλεία του μόνο αν ανέβει στον σταυρό. Και ο Ιούδας, ο άνθρωπος από ατσάλι, ο μόνος φερέγγυος μαθητής, παραδίδει τον Δάσκαλό του στους σταυρωτές του.
Πρόκειται για ένα σπουδαίο βιβλίο, ένα έπος βίας, αγάπης και πίστης. Είναι ένα βαθιά σημαντικό βιβλίο, από έναν άνθρωπο τον οποίο τόσον ο Τόμας Μαν όσο και ο Άλμπερτ Σβάιτσερ αποκάλεσαν ένα από τους Μεγάλους συγγραφείς τού αιώνα μας.
Είναι, στην πραγματικότητα, ένα από τα πιο δυνατά και συγκινητικά βιβλία τού Νίκου Καζαντζάκη».
(Aπό την αγγλική έκδοση "The Last Temptation of Christ: A Novel" by Nikos Kazantzakis, Simon and Schuster, New York 1960)

Οι Ηχογραφήσεις του μυθιστορήματος.
Διαβάζει η Αθηνά Τσάση.
Διάρκεια Αφήγησης: 14h 30m.


Τοο υπερβατικό πορτραίτο του φλογερού και φυσιολάτρη Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης από τον Νίκο Καζαντζάκη, για πρώτη φορά σε σχολιασμένη έκδοση (Μάρτιος 2008).
Στην ανατύπωση του μυθιστορήματος προστίθεται επίμετρο, όπου ο εκδότης-επιμελητής δρ. Πάτροκλος Σταύρου σκιαγραφεί τη σχέση τού Καζαντζάκη με τον Άγιο Φραγκίσκο, και με τον μεγάλο ανθρωπιστή Άλμπερτ Σβάιτσερ, τον οποίον θεωρεί ως τον "Άγιο Φραγκίσκο του καιρού μας". Περιλαμβάνεται, ακόμη, άρθρο του Καζαντζάκη για τον Σβάιτσερ, στον οποίον αφιερώνει το βιβλίο.

«Αυτός ο βίος τού Αγίου Φραγκίσκου τής Ασσίζης, αφηγούμενος από τον αδελφό Λέοντα, τον ταπεινό του σύντροφο της πρώτης και της τελευταίας του ώρας, χρειάστηκε όλο το βαθιά ανθρώπινο ταλέντο και τη χριστιανική ζέση τού Νίκου Καζαντζάκη για να τον επικαλεσθεί με αυτή την απλότητα και με αυτή τη μυστηριακή αίσθηση, κάποτε τρομακτική, άλλοτε ακτινοβόλα. Ορίστε, μπροστά μας, η ιταλική ύπαιθρος, οι δρόμοι που καίγονται από τον ήλιο, τα δάση κάτω από τη βροχή, οι μεσαιωνικές πολιτείες που αντηχούν ολόκληρες από τη βουή τού πλήθους και τις κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών. Ορίστε ο δρόμος τής Ρώμης, η θάλασσα, οι Άγιοι Τόποι, κι έπειτα η επιστροφή τού Φραγκίσκου στη γη που τον γέννησε, σ' αυτή τη γη που τόσο αγαπά και στην οποία τόσο λίγο ανήκει αφότου ο Θεός τον θέλησε ολόκληρο για λογαριασμό Του.
Η τέλεια φτώχια, η περιπέτεια στην οποίαν ανεπιφύλακτα αφήνεται ο Φραγκίσκος, έχει κάτι το ιλιγγιώδες - ιλιγγιώδες όπως η αγάπη που ο Φραγκίσκος ανακαλύπτει προοδευτικά, μέχρι να την ενσαρκώσει ο ίδιος: η ανεξάντλητη και απρόβλεπτη αγάπη τού Θεού.
Ο αναγνώστης θα ξαναβρεί στο φλογερό αυτό βιβλίο, του οποίου ο τόνος είναι εκείνος των πιο ευγενών και πιο οικείων συναξαριών, όχι μόνο τον λυρισμό ενός ποιητή παθιασμένα κυριευμένου από την ομορφιά τού κόσμου, αλλ' επίσης όλα τα βαθιά θέματα της σκέψης τού Καζαντζάκη, του πιστού και εξεγερμένου, του ανήσυχου και γαλήνιου, του μοναχικού κι ωστόσο σε ενότητα με όλους τούς συνανθρώπους του».
(Από τη γαλλική έκδοση Nikos Kazantzaki, "Le Pauvred' Assise, Plon, Paris 1970)

«Η σεραφική γλυκύτητα του Αγίου Φραγκίσκου μπαίνει σε μιαν ακατάπαυστη μάχη κόντρα στον πατέρα, κόντρα στην πολιτεία, κόντρα στη λοιδορία, την κακότητα και την αδιαφορία, κόντρα στις διαβολικές παγίδες, που γλιστρούν μέχρι και μέσα στον περίβολο του μοναστηριού, όπου οι αδελφοί προσεύχονται στα καλυβάκια τους τα φτιαγμένα από κλαδιά».
(Μαρσέλ Μπριόν της Γαλλικής Ακαδημίας - La Revuede Paris)

«Δεν πρόκειται εδώ για ένα μυθιστόρημα, αλλά για ένα γνήσιο πάθος, που το ζει σε όλη του την ένταση ο συγγραφέας του... Ο συγγραφέας δικαιολογείται: χαρακτηρίζει το βιβλίο του ως "μυθιστόρημα", αλλά το αποκαλεί Ο δικός μου "Άγιος Φραγκίσκος της Ασσίζης". Πράγματι, ο Φραγκίσκος είναι αυτός, ο Καζαντζάκης, ο οποίος έζησε την "Ασκητική" ως τα άκρα και επέζησε».
(Αζίζ Ιζέτ, από το βιβλίο του "Nikos Kazantzaki")



«Στον Φτωχούλη του Θεού του Νίκου Καζαντζάκη, ο φράτε Λεόνε, ο συνοδοιπόρος του Φραγκίσκου της Ασίζης, μάς παρουσιάζει την πορεία του Ιταλού αγίου, ο οποίος μέσα από την πείνα, την ταπεινότητα και την ασκήτευση κατόρθωσε να απαρνηθεί την θνητή του φύση και να ενωθεί με το Θεό. Ο Φραγκίσκος όταν τον έκραξε ο Θεός εγκατέλειψε την μέχρι τότε ζωή του, αυτή του γιου πλούσιου έμπορα, και μπήκε στην σκληροτράχηλη στράτα που οδηγούσε στην πάλη του σώματος με το Πνεύμα και στην κατάκτηση εν τέλει αυτού. Κηρύσσει το λόγο του Θεού,δεχόμενος αμέτρητες φορές τον χλευασμό και το ξύλο από τον λαό, και ιδρύει τάγμα στο οποίο οι ακόλουθοι του έχουν για συντροφιά την τέλεια Φτώχεια, την τέλεια Αγάπη και Ταπεινότητα…..

Είναι το έκτο βιβλίο του Κρητικού συγγραφέα που διαβάζω και το πρώτο του, που δεν με ενθουσίασε. Στο συγκεκριμένο βιβλίο δυστυχώς δεν βρήκα αυτά που αναζητώ και που μου έδινε πάντα απλόχερα η πένα του Καζαντζάκη σε όσα βιβλία του έχω διαβάσει μέχρι τώρα.
Στο "Ο Φτωχούλης του Θεού" λοιπόν έλειπε η γραφή, η γεμάτη λέξεις ποιημένες από τον συγγραφέα που όταν τις διάβαζα μου προκαλούσαν θαυμασμό με την δύναμή τους, καθώς και η κατάλληλη πλοκή που θα μου προκαλούσε το ενδιαφέρον της ανάγνωσης.
Αυτό που δεν απουσίαζε ήταν οι αλήθειες, όπως λόγου χάρη αυτή που αναφέρει για την εκμετάλλευση των αγίων από τους ανθρώπους καθώς και αυτή για τα εγκλήματα των Σταυροφόρων. Εκείνο δε που απόλαυσα και που αποκόμισα είναι τα όμορφα αποφθέγματα του και είναι τα εξής:
Τι ‘ναι αγάπη; δεν είναι μονάχα συμπόνια μήτε καλοσύνη, στη συμπόνια είναι δυο, αυτός που πονάει κι αυτός που συμπονεί, στην καλοσύνη είναι δυο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται, μα στην αγάπη είναι ένας, σμίγουν οι δυο και γίνονται ένα, δεν ξεχωρίζουν, το εγώ κι εσύ αφανίζονται.
Αγαπώ θα πει χάνομαι. Δεν υπάρχει βαρύτερη τιμωρία από τούτη: να απαντάς στην κάκητα με καλοσύνη.

Τότε κατάλαβα πως η ψυχή του ανθρώπου είναι παντοδύναμη πως μέσα στον άνθρωπο κάθεται ο Θεός, αλάκερος ο Θεός, και δεν είναι ανάγκη να τρέχουμε ως την άκρα του κόσμου να Τον κυνηγήσουμε, δεν έχουμε παρά να σκύψουμε στην καρδιά μας. Άνθρωπος πάει να πει πολεμιστής, εργάτης, αντάρτης.
–Αγάπη! Αγάπη! είπε. Όχι πόλεμο, όχι βία μα κι η προσευκή δε φτάνει χρειάζεται κι η πράξη. δύσκολο, επικίνδυνο να ζεις με τους ανθρώπους, μα πρέπει. πολύ βολικό να αποτραβιέσαι στην έρημο και να προσεύχεσαι. αργεί η προσευχή να κάνει το θάμα της, πιο γρήγορη, πιο σίγουρη, πιο δύσκολη η πράξη.
–Ακούς; Ακούς; διώξε το νου, άσε την καρδιά σου ελεύθερη ν’ακούσει! Όταν πιστεύει κανείς στο Θεό, δεν υπάρχουν ξύλα βουβά και πόνοι χωρίς αναγαλιά και καθημερινή ζωή χωρίς θάματα!

Κάνω το θέλημα του Θεού θα πει: κάνω το πιο βαθύτατα κρυμμένο θέλημά μου.
Διαβάστε το, σίγουρα θα βρείτε σημεία που εμένα μου διέφυγαν....»!
(Δήμητρα Κωλέτη -απλή αναγνώστρια-, 11 Αυγούστου 2014)



Κάτι για τον Φτωχούλη του Θεού του Νίκου Καζαντζάκη
Ένας αγώνας ανάμεσα στην χριστιανική αμαρτία και την ανθρώπινη ανάγκη.

Διαβάζοντας τον «Φτωχούλη του Θεού» του Νίκου Καζαντζάκη είναι δύσκολο να προσπεράσεις με ευκολία τα σημεία όπου Φραγκίσκος της Ασίζης περνάει τα πάνδεινα στον δρόμο προς την αγιοσύνη.
Ο Θεός παρουσιάζεται σαν ένας αόρατος δυνάστης που ζητάει με σαδιστική χαρά από τον Φραγκίσκο της Ασίζης να απαρνηθεί την ίδια του την ύπαρξη, και εκείνος με μαζοχιστική λατρεία δέχεται τη πρόσκληση. Όλη η ζωή του γίνεται ένας αγώνας ανάμεσα σε αυτό που η θρησκεία θεωρεί αμαρτία και στις αναπόφευκτες ανθρώπινες ανάγκες του. Ο ήρωας σταδιακά λιώνει μέσα στον ιερό του αγώνα καθώς η φωνή του φρατε Λεόνε γίνεται στα αυτιά του ένας ψίθυρος που σιγά-σιγά σβήνει.

Είναι ένα βιβλίο για το πως η θρησκεία σταδιακά μπορεί να διαβρώσει την ανθρώπινη ύπαρξη, σε σημείο ο άνθρωπος να μην αναγνωρίζει τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι μια λεπτομερής καταγραφή ενός μάταιου αγώνα επιβολής του ανθρώπου πάνω στην σάρκα του. Η τρέλα του να ζεις μόνο με το πνεύμα αγνοώντας την ύλη. Το σημείο μηδέν που φτάνει κάποιος όταν δεν μπορεί να ελέγξει την καλοσύνη του.
Κάποια στιγμή ένας από τους ήρωες του βιβλίου καλοζωισμένος και χορτάτος αναρωτιέται αν όλος αυτός ο αγώνας της πίστης είναι μια μπλόφα, αν τελικά ο Παράδεισος είναι δημιούργημα της ανθρώπινης φαντασίας. Ο Φραγκίσκος της Ασίζης μένει αμίλητος μπροστά στον προκλητικό αμαρτωλό. Όπως μένουν αμίλητοι όσοι δεν θέλουν να πιστέψουν ότι το μόνο που έχουμε είναι το εδώ και τώρα.
Είναι ένα βιβλίο που σε αφήνει στο τέλος με μια γλυκόπικρη γεύση για τον άνθρωπο που προσπαθεί να πιαστεί από κάπου, για να αποφύγει τις μαύρες σκέψεις για το θάνατο του. Όχι και τόσο καλό δώρο για όσους «προσδοκούν Ανάσταση νεκρών» την εβδομάδα των παθών.

Ο Νίκος Καζαντζάκης είχε αφιερώσει το βιβλίο του στον Άγιο Φραγκίσκο του καιρού μας τον Dr. Albert Schweitzer, Άλμπερτ Σβάιτσερ (14 Ιανουαρίου 1875 - 4 Σεπτεμβρίου 1965), Επίτιμο Μέλος του Τάγματος της Αξίας, το επίθετο του οποίου είναι ελβετικό, ήταν Αλσατός θεολόγoς, μουσικός, φιλόσοφος, και ιατρός. Γεννήθηκε στο Κάιζερσμπουργκ της Αλσατίας-Λωρραίνης (επαρχίας τότε της Γερμανικής Αυτοκρατορίας).
Μετά τη νίκη των Συμμάχων το 1918, ζήτησε και πήρε εύκολα την Γαλλική υπηκοότητα βάσει της Αλσατικής καταγωγής του. Αργότερα αμφισβήτησε τόσο την τρέχουσα κοσμική αντίληψη της εποχής του για τον ιστορικό Ιησού, όσο και την παραδοσιακή Χριστιανική άποψη, απεικονίζοντας έναν Ιησού που περίμενε το επικείμενο τέλος του Κόσμου.
Το 1953 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Ειρήνης 1952 για την φιλοσοφία του περί "σεβασμού της ζωής" την οποία εξέφρασε με πολλούς τρόπους με πιο γνωστό την ίδρυση και τη συντήρηση Νοσοκομείου στο Λαμπαρενέ της Γκαμπόν, στην κεντροδυτική Αφρική.

O δρ. 'Αλμπερτ Σβάιτσερ ήταν ένας από τους τελευταίους που τον επισκέφτηκαν στην κλινική στο Φράιμπουργκ Iμ Μπράισγκάου, στη Γερμανία, όπου νοσηλευόταν. Οι δυό τους, συναντήθηκαν για πρώτη φορά στις 11 Αυγούστου 1955, στο Γκούνσμπαχ της Γαλλίας.

Απόσπασμα με ελληνικούς υπότιτλους, συνέντευξης του Νίκου Καζαντζάκη στον Pierre Sipriot, Γαλλική Ραδιοφωνία (Παρίσι, 6 Μαΐου 1955), στην οποία μιλάει για το βιβλίο και τον Άλμπερτ Σβάιτσερ.

Πηγή: www.lifo.gr

Οι Ηχογραφήσεις του μυθιστορήματος.
Διαβάζει η Μαρία Γάγκα.
Διάρκεια Αφήγησης: 18h 5m.


Το έργο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» είναι ένα μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, η υπόθεση του οποίου διαδραματίζεται το 1921 στη Λυκόβρυση, ένα χωριό στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Οι κάτοικοι του είχαν ένα παλιό έθιμο, κάθε 7 χρόνια έκαναν την αναπαράσταση των Παθών του Χριστού και έπρεπε να διαλέξουν μερικούς από τους άνδρες του χωριού που θα υποδύονταν τους Αποστόλους και έναν που θα υποδύονταν τον Χριστό.
Μαζεύονται οι δημογέροντες του χωριού και αποφασίζουν σε ποιους θα αναθέσουν τους ρόλους. Οι δημογέροντες είναι ο παπα-Γρηγόρης, ο γερο-Λαδάς, ο άρχοντας Πατριαρχέας, ο καπετάνιος και ο δάσκαλος του χωριού και αδελφός του παπα-Γρηγόρη.
Οι δημογέροντες αποφασίζουν να δώσουν το ρόλο του Ιωάννη στο γιο του Πατριαρχέα τον Μιχελή, το ρόλο του Πέτρου στο Γιαννακό το ρόλο της Μαγδαληνής στην Κατερίνα την πόρνη του χωριού, το ρόλο του Ιούδα στον Παναγιώταρο και τέλος το ρόλο του Χριστού ο πιο αθώος που δεν ήταν άλλος από τον βοσκό των προβάτων του Πατριαρχέα τον Μανωλιό.

Αργά το απόγευμα, καταφθάνουν πρόσφυγες από ένα άλλο χωριό, καταδιωγμένοι από τους Τούρκους. Επικεφαλής τους είναι ένας πράος, δυναμικός με ψυχή αντάρτη ιερέας ο παπα-Φώτης. Ζητούν βοήθεια, αλλά ο παπα-Γρηγόρης τους διώχνει, λέγοντας ότι φέρνουν μαζί τους επιδημία χολέρας.
Οι πρόσφυγες, με επικεφαλής τον παπα-Φώτη, καταφεύγουν στο άγριο βουνό της Σαρακήνας. Τους βοηθούν μόνον ο Μανωλιός, ο Μιχελής, η Κατερίνα, ο Γιαννακός και ο Κωνσταντής (οι δύο τελευταίοι επρόκειτο να υποδυθούν τους αποστόλους Πέτρο και Ιάκωβο).

Μετά από την επιλογή του στο ρόλο του Χριστού, ο Μανωλιός αλλάζει μέρα με τη μέρα. Χωρίζει την αρραβωνιαστικιά του και αποφασίζει να φτάσει σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πνευματική, ψυχική και σωματική αγνότητα, με οδηγό τον παπα-Φώτη. Μάλιστα, στο πανηγύρι του προφήτη Ηλία υπερασπίζεται τους πρόσφυγες και μιλά για την αξία της αγάπης και του ελέους, προκαλώντας την αντίδραση των συγχωριανών του και την οργή του παπα-Γρηγόρη.

Ο Μανωλιός έχει να αντιμετωπίσει και το μένος του μέθυσου πεταλωτή του χωριού, Παναγιώταρου (ο οποίος μετά από πρόταση του παπα-Γρηγόρη στον αγά, γίνεται σεΐζης, στη θέση του προηγούμενου σεΐζη που βίασε και σκότωσε το γιουσουφάκι του αγά), που τον θεωρεί υπεύθυνο για το ξελόγιασμα της χήρας του χωριού, της Κατερίνας, με την οποία είναι ερωτευμένος.

Μια άλλη τραγική μορφή του μυθιστορήματος, είναι η Μαριωρή, η κόρη του παπα-Γρηγόρη και αρραβωνιαστικιά του γιου του άρχοντα Πατριαρχέα, Μιχελή, η οποία πάσχει από «χτικιό» και είναι το μόνο πρόσωπο που ο δογματικός παπάς δείχνει αγάπη συμπόνοια και στοργή.

Στο μεταξύ πεθαίνει ο Πατριαρχέας και ο Μιχελής αποφασίζει να μοιράσει την περιουσία του στους πρόσφυγες. Όταν εκείνοι έρχονται στη Λυκόβρυση να παραλάβουν τα κτήματα, ο παπα-Γρηγόρης κηρύσσει το Μιχελή ανισόρροπο και ξεσηκώνει τους ντόπιους.
Μετά το βίαιο θάνατο του αδελφού του στη σύγκρουση που ακολουθεί, ο παπα-Γρηγόρης υποδεικνύει στον αγά το Μανωλιό ως υπαίτιο όλων των συμφορών. Πετυχαίνει την καταδίκη του και την παράδοσή του στους εξαγριωμένους χωρικούς. Το φανατισμένο πλήθος συγκεντρώνεται στην εκκλησία, όπου ο παπα-Γρηγόρης αφορίζει τον Μανωλιό και δίνει το σύνθημα στους πιστούς να τον εκτελέσουν μέσα στον ιερό χώρο.

Η υπόθεση του μυθιστορήματος (το οποίο σημειωτέον είχε προκαλέσει τις αντιδράσεις της ελληνικής Εκκλησίας), έγινε ταινία το 1957, υπό την σκηνοθεσία του Ζυλ Ντασέν και πρωταγωνίστρια ήταν η Μελίνα Μερκούρη.

«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» μεταφέρθηκε τηλεοπτικά στην ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976 και συντάραξε το τηλεοπτικό κοινό, σημειώνοντας υψηλή τηλεθέαση για τα δεδομένα εκείνης της εποχής.
Η σειρά προβλήθηκε σε 50 επεισόδια των 45 λεπτών και ήταν παραγωγή του ΑΣΤΗΡ TV, ενώ σήμερα σώζεται σε 18 επεισόδια των 50 λεπτών (μεγάλο τμήμα του φίλμ πάνω στο οποίο γυρίστηκε η σειρά ξαναχρησιμοποιήθηκε αργότερα ή καταστράφηκε λόγω κακής συντήρησης).
Η καταστροφή και η επαναχρησιμοποίηση του υλικού πάνω στο οποίο είχαν γυριστεί οι τηλεοπτικές σειρές μέχρι την εποχή εκείνη (Άγνωστος πόλεμος, Γιούγκερμαν κ.α.) είχε σαν συνέπεια «ο Χριστός ξανασταυρώνεται» να είναι η παλαιότερη σωζόμενη ελληνική τηλεοπτική σειρά.

τη Λυκόβρυση, ένα χωριό τής Ανατολίας, ένα παμπάλαιο έθιμο απαιτεί από τους κατοίκους να αναβιώσουν το Πάθος τού Χριστού κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα. Η άφιξη μιας ομάδας Ελλήνων, κυνηγημένων από τους Τούρκους, μοιράζει τη Λυκόβρυση στα δύο: ενώ ο ιερέας και οι προύχοντες αποδιώχνουν τους απόκληρους, εκείνοι που υποδύονται τους Αποστόλους και τον Χριστό προσπαθούν να τους βοηθήσουν.
Μια άγρια πάλη αρχίζει να εξελίσσεται ανάμεσα στους πρόσφυγες, που έχουν εξαγριωθεί από την μακρά λιμοκτονία, και τους κατοίκους τού χωριού. Μια ιστορία με πολύ σύγχρονους απόηχους. Αυτό το επικό μυθιστόρημα του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη (1883-1957) επανατοποθετεί την ουσία τού ευαγγελικού μηνύματος στην καρδιά τής εποχής μας."
(Από τη γαλλική έκδοση Nikos Kazantzaki, "Le Christ Recrucifie", Plon, Paris 1988)

Στο αριστουργηματικό μυθιστόρημα "Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται" βασίστηκε η κλασσική ταινία τού Ζυλ Ντασσέν "Celui qui doit mourir" ("Εκείνος που Πρέπει να Πεθάνει", γνωστή και με τον αγγλικό τίτλο "He who must die"), που προβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών τον Απρίλιο του 1957. Επίσης, η επιτυχημένη όπερα "The Greek Passion" ("Το Ελληνικό Πάθος"), του Τσέχου Μποχουσλάβ Μαρτινού.

ετά την επιτυχία του "Ζορμπά", η αναγγελία ενός νέου μεγάλου μυθιστορήματος από τον Νίκο Καζαντζάκη θα εισπραχθεί με μεγάλες προσδοκίες από τους αγγλόφωνους αναγνώστες του. Δεν θα απογοητευτούν. Το μυθιστόρημα "Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται" έχει όλες τις αρετές του μεγαλείου που έκαναν διάσημο τον "Ζορμπά": "την ποίηση, το όραμα, τη φιλοσοφική κατανόηση των βασικών ανθρώπινων προβλημάτων". Αλλά φτάνει πολύ πιο μακριά. Μέσα στα στενά όρια ενός Ελληνικού χωριού, που βρίσκεται υπό Τουρκική κατοχή, ολόκληρη η ιστορία τής ανθρωπότητας και του Υιού του Θεού αντικατοπτρίζεται σαν σε καθρέφτη.

Οι χωρικοί, που σχεδιάζουν να διαδραματίσουν τη ζωή τού Χριστού σε ένα μυστηριακό θεατρικό δρώμενο, καταποντίζονται από την αποστολή τους. Ταυτίζονται με τους ρόλους που τους έχουν δοθεί· και, όταν μια ομάδα προσφύγων, που άφησαν τα ερείπια των λεηλατημένων σπιτιών τους, φτάνει στο χωριό ελπίζοντας να βρει προστασία, το δράμα τού Θείου Πάθους γίνεται πραγματικότητα.

Αφηγούμενος αυτή την ιστορία αγάπης και μίσους, ζήλιας και κακίας, θάρρους και εγκαρτέρησης, ο Καζαντζάκης αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως είναι ένας αριστοτέχνης τής ρεαλιστικής περιγραφής και της δημιουργίας χαρακτήρων. Όμως, ο αμείλικτος ρεαλισμός του διαποτίζεται από ένα βαθύ ποιητικό αίσθημα, το οποίο του επιτρέπει από το χάος να δημιουργεί αρμονία, από ένα μικρό χωριό να χτίζει το σύμπαν."
(Από την αγγλική έκδοση "Christ Recrucified" by Nikos Kazantzakis, αρχικά Bruno Cassirer - Oxford και κατόπιν Faber and Faber, London - Boston, 1990)

Οι Ηχογραφήσεις του μυθιστορήματος.
Διαβάζει η Κατερίνα Πολυχρονοπούλου.
Διάρκεια Αφήγησης: 1h 59m.


Το Όφις και Κρίνο συγκαταλέγεται στα πρώτα λογοτεχνικά έργα του Έλληνα συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη. Το βιβλίο γράφτηκε το 1905 -πιθανόν στο Ηράκλειο- αποτελώντας έτσι, το πρώτο βιβλίο του Καζαντζάκη. Ο ίδιος ο συγγραφέας, αργότερα, θα έχει αλληλοσυγκρουόμενα αισθήματα για το έργο του. Ο συγγραφέας ήταν μόλις 20 ετών όταν το ολοκλήρωνε και το βιβλίο εκδόθηκε υπό το φιλολογικό ψευδώνυμο, "Κάρμα Νιρβαμή". Το βιβλίο έχει τη μορφή του ημερολογίου και περιγράφονται σ' αυτό, οι νεανικές ανησυχίες του Καζαντζάκη για τη ζωή και τον θάνατο, τη γυναίκα και τον έρωτα.

Υπόθεση:
Ένας ζωγράφος νεαρός, λάτρης της Ηδονής και του Ωραίου, απολαμβάνει ό,τι του προσφέρει η ζωή και, σταδιακά, τον κυριαρχεί η ιδέα του θανάτου. Αποφασίζοντας ότι ο θάνατος και η ζωή είναι συνδεδεμένοι με την Ομορφιά και τον Έρωτα, καλεί την ερωμένη του σε ένα δωμάτιο πλημμυρισμένο με φρέσκα λουλούδια, να περάσουν μαζί μια ερωτική νύχτα. Τελικά, το πρωί, από ασφυξία, τους βρίσκουν νεκρούς...

Ήρωες:
Το βιβλίο δεν έχει τα χαρακτηριστικά ενός κλασικού μυθιστορήματος, μοιάζει περισσότερο με λογοτεχνικό ψυχογράφημα. Οι ήρωες του βιβλίου έχουν ρεαλιστικά χαρακτηριστικά, ενώ τα βασικά πρόσωπα του έργου είναι ο Ζωγράφος και η Ερωμένη του.
Ο πρωταγωνιστής του έργου είναι ο Ζωγράφος, στο ρόλο του οποίου διαφαίνεται ο συγγραφέας. Και η δευτεραγωνίστρια, είναι η ερωμένη του Ζωγράφου, στο ρόλο της οποίας σκιαγραφείται η Ιρλανδέζα φίλη του Καζαντζάκη, Κάθλην Φορντ. (Kathleen Forde)

Λογοτεχνικές προσεγγίσεις:
Στο βιβλίο αποκαλύπτεται ένα ερωτικό ψυχογραφικό έργο κι ένα νεανικό όραμα, του συγγραφέα, με φιλοσοφικό υπόβαθρο. Γίνεται μια αναπαράσταση μιας ιστορίας, αναφερόμενη σε διάφορα αντιθετικά ζεύγη (κατά την καζαντζακική σκέψη) τους πνεύματος και της σάρκας, της ψυχής και τους σώματος, του ανθρώπινου και του θεϊκού και, τέλος, του καλού και του κακού. Ο ήρωας καταβάλλει αγώνες να μετουσιώσει το καθημερινό σε αιώνιο και την Ύλη σε Πνεύμα.
Το έργο αποτελεί νεανική συγγραφική δοκιμή του Καζαντζάκη. Ίσως μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ιδεολογικό-φιλοσοφικό-πνευματικό μυθιστόρημα.
Το Όφις και Κρίνο έχει σαφείς επιρροές τόσο από τη νοοτροπία του Γκαμπριέλε Ντ' Ανούντσιο, όσο και από τους Γάλλους παρνασσιστές.
Το βιβλίο αφιερώνεται στην Τοτώ, την Γαλατεία Αλεξίου (αναφέρεται στην αρχή του βιβλίου: Στην Τότω μου). Ωστόσο το λογοτεχνικό ημερολόγιο έχει εμπνευστεί από άλλη γυναικεία μορφή, όπως ειπώθηκε προηγουμένως, την Κάθλην Φορντ, που σύμφωνα με πολυετή έρευνα της Νίκης Σταύρου, ήταν πραγματικό πρόσωπο.
Εν κατακλείδι, το ερωτικό αυτό, διήγημα παρουσιάζει ενδιαφέρον, διότι αποτελεί ιδεολογική αμφιταλάντευση του Καζαντζάκη. Το έργο μέχρι και σήμερα παραμένει μερικώς στην αφάνεια των επιστημονικών κρίσεων και επικρίσεων.

Αποδοχή:
Οι κριτικές, για το βιβλίο τούτο, ποικίλουν, τόσο στο εξωτερικό, όσο και στο εσωτερικό, από τους ανθρώπους των γραμμάτων, οι οποίοι είπαν την άποψή τους για το "Όφις και Κρίνο".

«[...] Είναι μαζί ιστορία και ποίημα. Η ιστορία εκτυλίσσεται ως ένας μονότροπος μονόλογος μέσα εις τας σελίδας τού ημερολογίου τού καλλιτέχνου. Το ποίημα είναι χυμένον πανταχού. Ποίημα νεανικόν και νοσηρόν και ωραίον και θανάσιμον, συμπλέκον αστόχαστα ομού και βαθύγνωμα τας εκστάσεις τού μυστικισμού με του πριαπισμού την λύσσαν, [...] εικών ενός Σατύρου και μιας ψυχής εις σύμπλεγμ’ αδιάρρηκτον, εφιάλτης και παραλήρημα, πάθος και κελάδημα· έργον [...] ενθυμίζον όλην την ηθικήν αντινομίαν τού αθλίου ανθρώπου, φυλακή, μέσα εις την οποίαν αλληλοσπαράσσονται αδιάκοπα η Σαρξ και το Πνεύμα. [...] Αλλ’ εν ταυτώ ελπίζω ότι ο όφις αυτός ο δολερός και το κρίνον αυτό [...] δεν είναι παρά αι πρώται εκδηλώσεις τής ευαισθησίας νεαρού λογοτέχνου, όστις με τον καιρόν θα δημιουργήση έργα ωραία και υγιή, ομού συγκινούντα και ευεργετούντα, ανυψώνοντα και καθαρίζοντα την ψυχήν, ως είναι τα γεννήματα της αρτίας και ιδεώδους Τέχνης».
(Έγραψε ο Κωστής Παλαμάς -ψευδώνυμο "Διαγόρας- στο περιοδικό "Παναθήναια")

«“Αι πρώται εκδηλώσεις τής ευαισθησίας νεαρού λογοτέχνου ... μέσα εις τας σελίδας σφύζει αίμα δημιουργικόν, και παραληρεί πυρετός καλλιτεχνικού ονείρου ... Ποίημα νεανικόν και νοσηρόν και ωραίον και θανάσιμον”. Τέτοιο ήταν το καλωσόρισμα που έλαβε ο Νίκος Καζαντζάκης από τον πρεσβύτερο σύγχρονό του, τον ποιητή Κωστή Παλαμά, όταν το 1906 εκδόθηκε το Όφις και Κρίνο, που μεταφράζεται εδώ για πρώτη φορά.
»Η νουβέλα, το πρώτο εκδοθέν έργο τού Καζαντζάκη, μιλά για έναν καλλιτέχνη που η ερωτική του τρέλλα για το μοντέλο του γίνεται πάθος και κατόπιν μαρτύριο, από το οποίο μόνον ο φόνος μπορεί να τον λυτρώσει. Τρία χρόνια πριν από τη συγγραφή της ο Καζαντζάκης είχε βιώσει, ως έφηβος στη γενέτειρά του Κρήτη, την πρώτη γεύση τής ερωτικής αγάπης. Η ανάμνηση της συμπεριφοράς του στο ειδύλλιο αργότερα τον γέμισε τύψεις. Όταν επέστρεψε στην Κρήτη για το τελευταίο καλοκαίρι των φοιτητικών του χρόνων, διοχέτευσε αυτές τις τύψεις σε ένα ποίημα σε πρόζα, που λαμπυρίζει με όλη την ερωτική εικονογραφία ενός αναστημένου αρχαίου κόσμου.

»[...] Στον μακάβριο νεαρό ήρωα του Όφις και Κρίνο, που οδηγεί την αγαπημένη του στο κρεβάτι του, πάνω από το οποίο έχει κρεμάσει ένα ανθρώπινο κρανίο – μια διακόσμηση που εκείνος βλέπει ως “το ωραιότερο σύμβολο του Έρωτα ... και το λαγνότερο στολίδι για κρεββάτια”, βλέπουμε τον νεαρό Καζαντζάκη σε μιαν ολέθρια πρώτη συνάντηση με το ζήτημα της τέχνης στη ζωή του».
(Από την αγγλική έκδοση Nikos Kazantzakis, Serpent and Lily, University of California Press, Berkeley-Los Angeles-London, U.S.A. 1980.)

Οι Ηχογραφήσεις του μυθιστορήματος.
Διαβάζει η Κατερίνα Πολυχρονοπούλου.
Διάρκεια Αφήγησης: 1h 40m.


Η πρώτη μνεία για τη συγγραφή του Συμποσίου βρίσκεται σε γράμμα του Καζαντζάκη το 1922 από το Βερολίνο στο φίλο και συμμαθητή του, το αιδεσιμότατο Εμμανουήλ Παπαστεφάνου, στην Αμερική όπου εκτίθεται και ο σκοπός του βιβλίου:
“Γυρίζω στους δρόμους σαν το Μουχαμέτη, που με το σιδερένιο του ραβδί τρέχοντας εσπούσε όλους τους ψεύτικους θεούς της Κάαμπα […] Αρρώστησα. Τώρα γέρεψα πάλι κι εξακολουθώ τον αγώνα. Λέω: θα τελειώσω το Συμπόσιο, ένα βιβλίο που γράφω, σχόλια στη θρησκεία μας, το Πιστεύω και το Δεκάλογό μας. Εμείς (εσύ, ο Λευτέρης, ο Σφακιανάκης, ο Σικελιανός και δυο γυναίκες) κουβεντιάζουμε για το Θεό, σ’ ένα τραπέζι. Όπως ο Πλάτωνας για τον έρωτα, εμείς μιλάμε για το Θεό”.

Στο γνωστό από την αρχαιότητα Συμπόσιον, θέμα και αντικείμενο είναι ο έρως. Στο Συμπόσιον του Καζαντζάκη, βασικό θέμα είναι το θείον, η θε(ι)ότης.
Η έκδοση του Συμποσίου τον Απρίλιο του 2009 πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το μόνο γνωστό ως υπάρχον χειρόγραφο του έργου, που φυλάσσεται στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης στο Ηράκλειο.
Είναι η πρώτη φορά που βιβλίο τού Νίκου Καζαντζάκη εκδίδεται μαζί με το χειρόγραφό του. Στην έκδοση 2009 περιλαμβάνονται, επίσης, δύο Επίμετρα και εικόνες των “συμποσιαστών” και όχι μόνον. Στο πρώτο Επίμετρο ο αναγνώστης θα βρει επιστολή τού Καζαντζάκη σχετική με το Συμπόσιον, προς τον φίλο του Εμμανουήλ Παπαστεφάνου, ενώ στο δεύτερο υπάρχουν σχόλια και πληροφορίες για το έργο από τον Ομότιμο Καθηγητή Φιλοσοφίας τού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Βασίλειο Α. Κύρκο, τον Καθηγητή Γλωσσολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, και τον Εκδότη των έργων τού Νίκου και της Ελένης Καζαντζάκη και Επιμελητή τού βιβλίου Δρα Πάτροκλο Σταύρου. Διατηρείται και το Σημείωμα του Επιμελητή τής πρώτης έκδοσης (1971) Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλη.

«Δεν μπορεί κάποιος να κατανοήσει τον Καζαντζάκη χωρίς να διαβάσει αυτό το έργο, που συγκεφαλαιώνει όλο το μεδούλι τής σκέψης του με βαθειές πλατωνικές αναφορές.» (Από την ισπανική έκδοση Nikos Kazantzakis, Simposio o el banquete, Ediciones Felmar, Colección “La fontana literaria”, número 63, Madrid 1978.)

«Στο Συμπόσιον περιγράφεται ο πυρήνας τής φιλοσοφίας τού Νίκου Καζαντζάκη. Γραμμένο στις αρχές τής λογοτεχνικής σταδιοδρομίας του, κατόπιν ξεχασμένο ή χαμένο, μας προσφέρει ένα ανεκτίμητο χρονικό των νεανικών και ενήλικων χρόνων κατά τα οποία διαμορφωνόταν η φιλοσοφία του. Οι αρχικές του αντιλήψεις θα εμφανιστούν επανειλημμένα στα κατοπινά του έργα. Μπορούμε να τις παρακολουθήσουμε στη σκέψη τού Ζορμπά, στον δυνατό και βαθύ Φτωχούλη του Θεού, στη λαμπρή και ημι-αυτοβιογραφική Αναφορά στον Γκρέκο, για να απαριθμήσουμε μερικά μόνον από τα μείζονα έργα του.
»Το Συμπόσιον, όπως η σύγχρονη συνέχειά του, το επικό ποίημα Οδύσεια, είναι ένα έργο προκλητικό, δομημένο κατά το περίγραμμα του κλασσικού προτύπου, αλλά χωρίς δουλοπρεπή μίμηση, που θα μείωνε την αξία του. Τόσον οι μελετητές όσο και ο μέσος αναγνώστης θα βρουν ενδιαφέρουσα τη διαπίστωση παραλληλισμών και αντιθέσεων με το πλατωνικό πρωτότυπο. Όσοι ενδιαφέρονται να αντιπαραβάλουν την πρωταρχική φιλοσοφία τού Καζαντζάκη με τις μεταγενέστερες αντιλήψεις του, θα βρουν πλούσια πληροφόρηση σ’ αυτό το έργο και θα διαπιστώσουν με έκπληξη πόσο μικρές είναι οι μεταβολές που συντελέσθηκαν στη σκέψη του.

»Η μεγαλύτερη γοητεία τού Συμποσίου έγκειται στον τρόπο με τον οποίον εκφράζεται –υπό μορφήν εξομολόγησης– το ρέον ξέσπασμα μιας ψυχής, χωρίς αναγκαστική ρητορεία, από πολλές απόψεις συντριπτικώς πιο αποτελεσματικά από μια φιλοσοφία συστηματικά διατυπωμένη. Παρακολουθούμε τον αγώνα μιας ανθρώπινης ψυχής (της ίδιας τής ψυχής τού συγγραφέα) για να βρει τον Θεό, δηλαδή, για να ελευθερωθεί. Γινόμαστε έτσι μάρτυρες του αγώνα τού Καζαντζάκη στην αναζήτηση ενός νοήματος για τη ζωή του και για τη χώρα του, μέσα στο πολιτικό κλίμα τού καιρού του.
Σ’ αυτή τη διαδικασία, τον βλέπουμε να απορρίπτει εξ ίσου τις προκατασκευασμένες φιλοσοφίες τής Δυτικής Ευρώπης και την άκαμπτη απομίμηση περασμένων επιτευγμάτων, να στρέφεται στην πρωτογενή δημιουργία, να αντλεί δύναμη από το συλλογικό πνεύμα τής φυλής του, της ίδιας τής πηγής απ’ όπου προήλθε, μέσω των σταδίων τής εξέλιξης, και με την αυθεντία τής κραταιάς και ποιητικής Πυθίας, ρωμαλέο και φλογερό, να περιγράφει το τραχύ ταξίδι τής ψυχής του κατά την επιδίωξη τής απελευθέρωσής της.»
(Από την αργεντίνικη έκδοση Niko Kazantzakis, Simposio, Ediciones Carlos Lohlé, Buenos Aires - Argentina 1978.)

Οι Ηχογραφήσεις του έργου.
Διαβάζει η Ρένια Χαλκιοπούλου.
Διάρκεια Αφήγησης: 8h 32m.


Ένα υπέροχο ταξιδιωτικό βιβλίο, όπου τη συναρπαστική ιστορική αναδρομή τού απώτερου παρελθόντος διαδέχονται οι ολοζώντανες καταγραφές και περιγραφές τού παρόντος. Ιστορία, μνημεία, τέχνη, κοινωνία, οικονομία, βιομηχανία, λαός, πόλεις, πανεπιστήμια, προσωπικότητες, πρότυπα, νεολαία - είναι όλα εκεί, λάμποντας με φωτεινά και σκοτεινά χρώματα μπροστά στα μάτια τού αναγνώστη.
Με δυο επιπρόσθετα κείμενα του συγγραφέα, για την Αγγλία και την Κύπρο και για «το γαλάζο πουλί τής ελευτερίας» που, σαν ξεμυτίσει από τα σύνορα της Αγγλίας, μεταμορφώνεται σε αιματόβρεκτο ιμπεριαλιστικό όρνεο.

«Γραμμένο στις αρχές τού Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το "Ταξιδεύοντας: Αγγλία" είναι ίσως το πιο συγκινητικό απ' όλα τα ταξιδιωτικά βιβλία τού Καζαντζάκη. Στην Ισπανία, στην Ελλάδα, στην Κίνα και στην Ιαπωνία αναζητούσε κάτι που ήδη γνώριζε: μιαν αντανάκλαση του εαυτού του σε διαφορετικά τοπία. Στην Αγγλία εξετάζει κάτι που αισθάνεται πως είναι ξένο, μια κοινωνία που τον συναρπάζει με την αυστηρή της ταξική δομή και αίσθηση της ιστορίας, αλλά και που ταυτόχρονα τον απωθεί με την έλλειψη αυθορμητισμού της και τον φόβο της για τις συγκινήσεις.
»Ακριβώς επειδή βρήκε την Αγγλία τόσο εξοργιστική, επειδή σάστισε τόσο από το γεγονός ότι η χώρα που γέννησε τη διάνοια του Σαίξπηρ, και κρατούσε την εξουσία μιας τεράστιας αυτοκρατορίας, ήταν ταυτόχρονα αυτή η μικρή, γαλήνια, τακτική νησιωτική κοινωνία, ο Καζαντζάκης έγραψε για την Αγγλία μερικές από τις καλύτερές του ταξιδιωτικές σημειώσεις - τις λαμπρές και πάντα βαθυστόχαστες παρατηρήσεις ενός μεγάλου συγγραφέα και ενός μοναδικά οξυδερκούς ταξιδευτή.»

span class="dropcap1">Ο Καζαντζάκης βρέθηκε στην Αγγλία στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, έπειτα από πρόσκληση του Βρετανικού Συμβουλίου.
Εκεί ο Καζαντζάκης μένει στο Λονδίνο, όπου γίνεται τακτικός επισκέπτης του Βρετανικού Μουσείου και περιδιαβαίνει τους δρόμους του Σίτυ. Συνεχίζει το ταξίδι του στις βιομηχανικές πόλεις του Βορρά, Μάντσεστερ, Λίβερπουλ και Σέφηλντ, επισκέπτεται τη Μεσαιωνική Μητρόπολη του Πήτερμπορω, το Ήτον και καταλήγει στη γενέθλια γη του Σέξπηρ, το Στράτφορντ.
Η διεισδυτική ματιά του Καζαντζάκη ξεφεύγει από τα κλισέ που συνήθως αποδίδονται σε λαούς και τόπους, και δυεισδύει με οξυδέρκεια στην κουλτούρα των Άγγλων. Ο σχολιασμός του είναι στο μεγαλύτερο μέρος του θετικός προς τους οικοδεσπότες του΄ κυρίως στο επίμετρο (που συμπληρώθηκε στο βιβλίο μετά τα γεγονότα της Κύπρου) γίνεται πιο δεικτικός απένταντι στην αγγλική πολιτική.
Ο Καζαντζάκης βρέθηκε στην Αγγλία σε μία περίοδο όπου μεγάλες αλλαγές είχαν ήδη δρομολογηθεί, στις παραμονές του μεγάλου Πολέμου, ο οποίος έμελε να φέρει ακόμα μεγαλύτερες αλλαγές' η σταδιακή κατάπτωση της Αυτοκρατορίας, η άνοδος της εργατικής τάξης. Στο διάστημα της παραμονής του περιηγείται στους δρόμους της πρωτεύουσας, στο χωριό του Σέξπηρ, στις 'μουντζαλωμένες' πολιτείες του Βορρά.
Συγκρίνοντας την Αγγλία της εποχής εκείνης με εκείνη που εγώ βίωσα σπουδάζοντας και εργαζόμενος εκεί, θα έλεγα ότι οι πιο έντονες αλλαγές είναι η αποβιομηχάνιση του Βορρά, οι σχετικά καλύτερες συνθήκες διαβίωσης της πάλαι ποτέ εργατικής τάξης (οι οποίες όμως εξακολουθούν να είναι μίζερες) και η πολυπολιτισμικότητα της σύγχρονης βρετανικής κοινωνίας. Παρά τις μεγάλες αυτές - και άλλες - αλλαγές, η ουσία της αγγλικής κουλτούρας δεν φαίνεται να έχει αλλάξει δραματικά.
Εν κατακλείδι, ένα βιβλίο που συγκινεί με την οξυδερκή παρατηρητικότητα του συγγραφέα.

(...) «Τούτες τις σκέψεις έκανα περπατώντας κάμποσους μήνες στο εγγλέζικο χώμα κι αναπνέοντας, σε μια τόσο αποκαλυπτική στιγμή, τον αγέρα της Αγγλίας. Αγάπησα τον λαό αυτό, θάμασα τις θεμελιακές για τον άνθρωπο αρετές του.
Την υπερηφάνεια, την αξιοπρέπεια, το πείσμα, την αντοχή, την πειθαρχία. Λίγα λόγια, πολλά έργα, ανθρωπιά μεγάλη. Αποφασιστικές μάχες έδωκε ο άνθρωπος και στο υγρό τούτο καταπράσινο νησί του Βορρά, μακριά από την άγια Μεσόγειο.
Όπως σε όλους τους ανθρώπινους αγώνες, κι εδώ οι οχτροί ήταν οι ίδιοι: ο άνθρωπος με το μέσα του χτήνος, το φως με το μέσα του σκοτάδι. Κι όπως παντού, κι εδώ το ανθρώπινο αίμα χύθηκε ποταμός, πλερώθηκε κι εδώ βαριά κι η πιο ασήμαντη νίκη. Μα ύστερα από αιώνες, στους βράχους επάνω, στους πράσινους λόφους και στα λιμάνια της Αγγλίας, τρία μεγάλα στήθηκαν εγγλέζικα τρόπαια: Magna Charta, Τζέντλεμαν, Σαίξπηρ. Αυτές είναι οι τρεις μεγάλες νίκες του ανθρώπου, made in England».
(Από τον πρόλογο του συγγραφέα)

Οι Ηχογραφήσεις του έργου.
Διάρκεια Αφήγησης: 11h 54m.


Το βιβλίο Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία - Κίνα είναι το ιστορικό-λογοτεχνικό δημιούργημα του Νίκου Καζαντζάκη από το πρώτο ταξίδι του στην Ιαπωνία και στην Κίνα το 1935. Εξεδόθη για πρώτη φορά από τον «Πυρσό» το 1938. Ο Καζαντζάκης είχε πάει τότε στις δυο χώρες μόνος, χωρίς την Ελένη του, ως δημοσιογράφος απεσταλμένος της αθηναϊκής εφημερίδος «Ακρόπολις».
Το 1957 ο οικουμενικός μας συγγραφέας μαζί με τη σύντροφο και σύζυγό του Ελένη αυτή τη φορά, και με δυο φίλους τους, επραγματοποίησε δεύτερο ταξίδι στην Ιαπωνία και στην Κίνα.
Κατά το ταξίδι της επιστροφής εκείνος έμεινε μεσοστρατίς, πέθανε στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας στις 26 Οκτωβρίου 1957 (...) Η Ελένη γύρισε μόνη (...) Έγραψε πλέον εκείνη για το δεύτερο ταξίδι τους, στο οποίον εχρησιμοποίησε τον τίτλο που ο ίδιος ο Καζαντζάκης είχε σκεφθεί να δώσει στη γραφή που δεν επέπρωτο να κάνει: «ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ», συμπληρώνοντας η ίδια: «ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΦΤΑΣΕ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ». (...)
Συνεπώς, το βιβλίο τούτο, με σταθερό τον πρώτο τίτλο, περιέχει κείμενα για την Ιαπωνία και την Κίνα γραμμένα από τον Νίκο και από την Ελένη Καζαντζάκη (...).
(ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ)

Συναρπαστικός καρπός του ταξιδιού του Νίκου Καζαντζάκη ως δημοσιογράφου το 1935. Επιστρέφοντας από το δεύτερο ταξίδι του εκεί με την Ελένη του, πεθαίνει στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας, στις 26 Οκτωβρίου 1957. Η Ελένη συμπληρώνει το βιβλίο βασισμένη σε σημειώσεις του και προσθέτει Επίμετρο (1961) για μοναχικό της ταξίδι στην Άπω Ανατολή. Η νέα έκδοση (2006) εμπλουτίζεται με φωτογραφίες και με Σημείωμα του Δρος Πατρόκλου Σταύρου, γι' αυτή τη συγγραφική και ανθρώπινη περιπέτεια.

1935:
Ο Νίκος Καζαντζάκης ταξιδεύει στην Ιαπωνία και στην Κίνα για πρώτη φορά, ως δημοσιογράφος απεσταλμένος τής αθηναϊκής εφημερίδας Ακρόπολις. Λογοτεχνικός και ιστορικός καρπός αυτού του ταξιδιού είναι το βιβλίο "Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία - Κίνα".

1957:
Δεύτερο ταξίδι τού οικουμενικού μας συγγραφέα στις δυο χώρες, αυτή τη φορά μαζί με τη σύντροφο και σύζυγό του Ελένη.

26 Οκτωβρίου 1957:
Κατά το ταξίδι τής επιστροφής ο Νίκος Καζαντζάκης αφήνει την τελευταία του πνοή στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας. Η Ελένη Ν. Καζαντζάκη επιστρέφει μόνη στο «Κουκούλι» τους, το σπίτι τους στην Αντίπολη της νότιας Γαλλίας. Γράφει πλέον εκείνη για το δεύτερο ταξίδι τους, και χρησιμοποιεί τον τίτλο "Μετά είκοσι χρόνια", που ο ίδιος ο Καζαντζάκης είχε σκεφθεί να δώσει στη γραφή που δεν επέπρωτο να κάνει, συμπληρώνοντας η ίδια: "που δεν πρόφτασε να γράψει ο Νίκος Καζαντζάκης". Του μεγάλου αυτού συμπληρώματός της προτάσσει Επίλογο, με την ένδειξη τόπου και χρόνου: Αντίπολη, 4 Ιανουαρίου 1958.

Ιούλιος 1961:
Η Ελένη στη Γενεύη -έχει πια εγκαταλείψει την Αντίπολη- προσθέτει Επίμετρο, για καινούριο, μοναχικό της ταξίδι στην Άπω, την «Πέρα», Ανατολή.
Η Ελένη Ν. Καζαντζάκη έμελλε να ξαναπάει στην Κίνα δύο φορές ακόμη, και να γράψει και ένα άλλο βιβλίο, με τίτλο: "Κίνα, Μικρή πορεία στη μεγάλη χώρα".

Καλοκαίρι 2006:
Στη νέα, εμπλουτισμένη έκδοση του βιβλίου παρατίθενται φωτογραφίες, Ενημερωτικό Σημείωμα του Εκδότη-Επιμελητή Δρος Πατρόκλου Σταύρου για τη συγγραφική και ανθρώπινη αυτή περιπέτεια και άλλες σημειώσεις του για την ιστορία και το περιεχόμενο του βιβλίου.

Οι Ηχογραφήσεις του έργου.
Διάρκεια Αφήγησης: 7h 56m.


Ισπανία: η χώρα τού καυτού ήλιου, των πορφυρών ρόδων, της πλούσιας τέχνης, της Κάρμεν και του Δον Κιχώτη; Ή μήπως η χώρα τού Σάντσου, της θρησκευτικής και πολιτικής παραφοράς, της βάρβαρης ταυρομαχίας και του αδελφοκτόνου μίσους; Ο εμφύλιος σπαραγμός της: υπόθεση «ιδιωτική» ή πανανθρώπινη;

Το πολύπλευρο, πολύπαθο πρόσωπο της αγαπημένης χώρας, πριν και κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο που τη σημάδεψε εσωτερικώς και διεθνώς, επιχειρεί να αποτυπώσει με την απαράμιλλη πέννα του ο Νίκος Καζαντζάκης, ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων, αλλά κυρίως και πάντοτε αγιάτρευτος ταξιδευτής.

«Ο Νίκος Καζαντζάκης συγκεντρώνει σ’ αυτό το βιβλίο τις ταξιδιωτικές εμπειρίες του στα ισπανικά εδάφη πριν και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Πρόκειται για ένα ημερολόγιο, όπου η ιστορική αυστηρότητα συνεργάζεται με μιαν ανθρώπινη τεκμηρίωση από πρώτο χέρι, για να διαγράψει ένα πανόραμα της ισπανικής πραγματικότητας αμερόληπτο και ταυτόχρονα παθιασμένο.
»Ο Καζαντζάκης βρισκόταν στην Ισπανία ως παρατηρητής και ανταποκριτής τύπου, συλλέγοντας τις μεγάλες πολιτικές και ψυχολογικές αναταραχές τής χώρας. Το βιβλίο Ταξιδεύοντας: Ισπανία αποβαίνει, έτσι, ένα αντιφατικό όραμα μιας κοινωνίας στις παραμονές τής τρομερής πολεμικής αντιπαράθεσής της και των γεγονότων που έλαβαν χώρα μέχρι την πτώση τής Μαδρίτης. Μάρτυρας εξαιρετικός, ο Έλληνας συγγραφέας επιδεικνύει σ’ αυτές τις σελίδες την ικανότητά του με ακρίβεια να ερμηνεύει τη "ζωή" και τον "θάνατο" της Ισπανίας».
(Από την ισπανική έκδοση "Espana y Viva la Muerte", Nikos Kazantzakis, "Cronica General de Espana", Ediciones Jucar, Madrid 1977)

(. . .) Να γυρίζεις τη γης, να βλέπεις - να βλέπεις και να μην χορταίνεις- καινούργια χώματα και θάλασσες κι ανθρώπους και ιδέες, και να τα βλέπεις όλα για πρώτη φορά, να τα βλέπεις όλα σα για τελευταία φορά, με μακρόσερτη ματιά, κι έπειτα να σφλανάς τα βλέφαρα και να νιώθεις τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα σου ήσυχα, τρικυμιστά, όπως θέλουν, ωσότου να τα περάσει από την ψιλή κρισάρα του ο καιρός, να κατασταλάξει το ξαθέρι απ' όλες τις χαρές και τις πίκρες σου - τούτη η αλχημεία της καρδιάς, είναι, θαρρώ μια μεγάλη, αντάξια του ανθρώπου ηδονή.
(ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ)

Οι Ηχογραφήσεις του έργου.
Διαβάζει η Αθηνά Τσάση
Διάρκεια Αφήγησης: 10h 22m.


Ταξιδεύοντας Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος, Μοριάς.
«Είμαστε βυθισμένοι, θέλοντας και μη, στη φοβερή ανησυχία του καιρού μας, κι ένας άνθρωπος ζωντανός δεν είναι σήμερα δυνατό να ταξιδεύει αμέριμνος σαν περιηγητής». Από την Ιταλία του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης μέχρι την Ιταλία του φασισμού και του Μουσολίνι κι από την Αίγυπτο πριν απ’ τον παγκόσμιο πόλεμο μέχρι την Αίγυπτο μετά απ’ αυτόν, είναι σχεδόν «άλλη χώρα», και πολύ μακρινός εκείνος ο δρόμος. Ομως ο Καζαντζάκης έτσι ταξίδευε πάντα, πέρα απ’ τον χρόνο και φτάνοντας μέχρι την ψυχή της χώρας που επισκεπτόταν κάθε φορά. Συνήθως σε εποχές μεγάλων ιστορικών αναταραχών. Και με συνθήκες δύσκολες! «Μα ταξιδεύω στην εποχή που η ψυχή του ανθρώπου, σκλαβωμένη στη μηχανή και στην πείνα, μάχεται για το ψωμί και για την ελευθερία».

Οπως στα περισσότερα ταξίδια του, από τη Ρωσία της Οκτωβριανής Επανάστασης, την Ισπανία του εμφυλίου σπαραγμού, την Ιαπωνία και την Κίνα πριν και μετά τον πόλεμο και την επανάσταση, έτσι περιηγήθηκε και στη Μεσόγειο, προσπαθώντας σε κάθε τόπο να συνενώσει ανθρώπους, τέχνες, γράμματα, καθημερινότητα, ένδεια, ιστορική αναγκαιότητα, εποχές.
Ταξιδεύοντας ουσιαστικά γύρω από τη Μεσόγειο από το 1926 (Ιερουσαλήμ και Κύπρος) μέχρι τον Μοριά το 1937, ο συγγραφέας και σ’ αυτό το ταξιδιωτικό βιβλίο που, όπως και όλα του τα «Ταξιδεύοντας», είναι πολλά (ταξιδιωτική λογοτεχνία, ημερολογιακές σημειώσεις, μαρτυρία μιας εποχής, συνεντεύξεις, ταξιδιωτικές αφηγήσεις και χρονικό, δοκίμιο ταξιδεύοντας «περί της εποχής») περιγράφει αυτές ακριβώς τις αντιφάσεις, των λαών, των χωρών, με όλη την ιστορική αλλαγή και αναταραχή.
Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος, Μοριάς

Ξεκινώντας από την Ιταλία σκιαγραφεί της εποχής τη μεγάλη αντίφαση: ο Μουσολίνι εκτός από τον φασισμό κηρύσσει και τον Αγιο Φραγκίσκο, τον φτωχούλη του Θεού, ως εθνική εορτή! Κι ο Καζαντζάκης, με την οξυδέρκεια του οραματιστή, ανατέμνει τους δυο τρόπους να δει κανείς τη Ρώμη αλλά και την εποχή.
Στην Αίγυπτο, κυριαρχεί «η Μεγάλη Πράσινη» στην αρχή. Η Αίγυπτος μέσα στον χρόνο, με τους μύθους, τους θρύλους και τους αρχαίους θεούς. Η Αίγυπτος με την πολύχρωμη και πολύβουη καθημερινότητά της, η Αίγυπτος με τη νωθρότητα και την ηδυπάθειά της, η Αίγυπτος κουβαλώντας την αρχαία της δόξα με όλη τη σημερινή παρακμή. Η Αίγυπτος με την ιδιάζουσα μεταθανάτια σχέση: «Σε κανένα μέρος της Γης δεν ένιωσα τόσο βίαιη και φιλήδονη την επαφή της ζωής με το θάνατο. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι απέθεταν καταμεσής στα συμπόσια μια μούμια - για να θωρούν το θάνατο και να χαίρουνται δριμύτερα τη μικρή αστραπή της ζωής τους».

Συγκλονιστική παραμένει η συνάντησή του με τον Καβάφη. Το πορτρέτο του, που αποτελεί την επιτομή τέχνης και ψυχανάλυσης, αναδεικνύει και μια άγνωστη εν πολλοίς καζαντζακική αρετή: «Να ένας άνθρωπος μπροστά μου, άρτιος, που τελεί τον άθλο της τέχνης με υπερηφάνεια και σιωπή, αρχηγός ερημίτης, κι υποτάσσει την περιέργεια, τη φιλοδοξία και τη φιληδονία στον αυστηρό ρυθμό μιας επικούριας ασκητικής» [] «Ετσι που για πρώτη φορά τον βλέπω απόψε και τον ακούω, νιώθω πόσο σοφά μια τέτοια πολύπλοκη, βαρυφορτωμένη ψυχή της άγιας παρακμής κατόρθωσε να βρει τη φόρμα της». [] «Ο Καβάφης έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός εξαιρετικού ανθρώπου της παρακμής - σοφός, ειρωνικός, ηδονιστής, γόης, γιομάτος μνήμη. Ζει σαν αδιάφορος, σα θαρραλέος». Οι συζητήσεις τους, με μαστίχα χιώτικη, «για το σημερινό χρέος του ανθρώπου, για το χρέος μας».

Στο Σινά, οι Γραφές αναδύονται ανάγλυφα. Στην Ιερουσαλήμ ζει το Μεγάλο Σάββατο και το Πάσχα, με όλο το τελετουργικό, ξανακούει τους «Θρήνους» των Εβραίων, αναζητά τη ρίζα του «περιπλανώμενου Ιουδαίου», τη Γη της Επαγγελίας κι επισκέπτεται το Τζαμί του Ομάρ. Αντικρίζει εκ νέου «τη νέα έξοδο του ανθρώπου», την ανάγκη του «κατ’ εικόνα και ομοίωση», όσον αφορά τον Θεό, σύγχρονου προσκυνητή. Και την ημέρα του Πάσχα θέτει εντός του τα θεμέλια και της δικής του μετέπειτα «Ασκητικής». Αναγνωρίζει ότι η βία είναι «ο μυστικός νόμος της ιστορίας», αναζητά την άγια μορφή πίσω από την αγιογραφία και επιχειρεί τολμηρά στην Παραβολή του Ασώτου μια νέα παραλλαγή.

Στην Κύπρο διαπιστώνει πως όντως γεννήθηκε η Αφροδίτη. Στις αντιθέσεις της παραθέτει μια εξαίσια λογοτεχνική και πραγματολογική σκηνή: Το αλογάκι της Παναγιάς που πεθαίνοντας δίνει ταυτοχρόνως ζωή (είναι γνωστό ότι κατά την ερωτική συνουσία το θηλυκό κατασπαράζει το αρσενικό, την ίδια ώρα που η καινούργια ζωή συλλαμβάνεται και ο ρόλος του έχει κατά τη φύση ήδη επιτελεστεί!).
Στον Μοριά θ’ αντικρίσει «το πρόσωπο της Ελλάδας». Αναζητώντας αλήθεια, χαμόγελο κι Ιστορία από πόλη σε πόλη, από την Καρύταινα στη Σπάρτη, στις Μυκήνες κι ως τον Μυστρά. Θα αποτίσει φόρο τιμής στον γέρο του Μοριά. Στο τέλος θα αναφερθεί στα «προβλήματα του νεοελληνικού πολιτισμού». Θα αναρωτηθεί «τι πήρε από τον πατέρα του, τι από τη μάνα του ο διγενής Νεοέλληνας» και δεν θα διστάσει να πει: «Ο Νεοέλληνας αγαπάει τη ζωή, φοβάται τον θάνατο, αγαπάει την πατρίδα και συνάμα είναι παθολογικά ατομικιστής, κολακεύει σαν Βυζαντινός τον ανώτερο, τυραννεί σαν αγάς τον κατώτερο, και συνάμα μπορεί να σκοτωθεί για το φιλότιμο. Είναι έξυπνος κι άβαθος, χωρίς μεταφυσική αγωνία, και συνάμα, όταν αρχίσει να τραγουδάει με πίκρα παγκόσμια πετιέται από τ’ ανατολίτικα σωθικά του, σπάζει την κρούστα της ελληνικής λογικής κι ανεβαίνει από τα σπλάχνα του, όλο μυστήριο και σκοτάδι, η Ανατολή».
Eνα βιβλίο που αποτελεί εν τέλει πολλά, την ανθρωπογεωγραφία της Μεσογείου, πρώτα απ’ όλα, με μια συγγραφική ματιά αυτοκριτική, ευαίσθητα οξυδερκή και παρατηρητική, αναστοχαστική: «Ποιο είναι το χρέος μας; Να στεκόμαστε μπροστά στην άβυσσο με αξιοπρέπεια. Να μη φωνάζουμε, μήτε να γελούμε για να κρύψουμε τον φόβο μας. Μήτε να σφαλίζουμε τα μάτια. Hσυχα, σιωπηλά, να μάθουμε να κοιτάζουμε το βάραθρο χωρίς ελπίδα και φόβο. Τούτη είναι η πιο υψηλή φωνή της ερήμου». Κι αυτή θα μπορούσε να είναι κάλλιστα η πιο υψηλή φωνή της ζωής και του ταξιδιού.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ
ΕΘΝΟΣ 22/2/2014

Η Κύπρος είναι η αληθινή πατρίδα της Αφροδίτης. Ποτέ δεν είδα νησί µε τόση θηλύτητα, ποτέ δεν ανάπνεψα αέρα τόσο γιοµάτο µ’ επικίντυνες, γλυκύτατες συµβουλές.
Αλαφρή κάρωση µε κυριεύει, νύστα και γλύκα, και το δειλινό, όταν πέσει ο ήλιος και φυσήξει από τη θάλασσα το αλαφρό αεράκι και σαλέψουν λίγο, δεξά ζερβά, τα µικρά καΐκια και ξεχυθούν στην παραλία τα µικρά παιδιά µε το γιασεµί στο χέρι, η καρδιά µου ξεζώνεται και παραδίνεται σαν την Πάνδηµη Αφροδίτη. Ό,τι αλλού σπάνια, σε στιγµές νάρκης, αισθάνεσαι, εδώ το ζεις ακατάπαυτα, το νοιώθεις αργά, βαθιά να σε διαπερνάει, σαν τη µυρωδιά του γιασεµιού: «Η σκέψη είναι µια προσπάθεια ενάντια στην κατεύθυνση της ζωής, η ανάταση η ψυχική, η αγρύπνια του νου, η έφοδος προς τ’ απάνου, είναι τα µεγάλα προπατορικά αµαρτήµατα ενάντια στην θέληση του Θεού.»
Προχτές ακόµα γύριζα µέσα στα βουνά της Ιουδαίας κι άκουγα απ’ όλη τη γης ν’ ανεβαίνει µια αντίθετη, ανήλεη κραυγή: «Ας κοπεί το χέρι για να δοξάζει τον Κύριο, ας κοπεί το πόδι για να χορεύει αιώνια». Μέσα στην πυρά του ήλιου η άµµος έτρεµε και κάπνιζαν οι κορφές του βουνού. Ένας Θεός σκληρός, χωρίς νερό, χωρίς δέντρο, χωρίς γυναίκα, περπατούσε κι ένιωθες να βουλιάζουν τα κόκαλα της κεφαλής σου. Όλη η ζωή τινάζουνταν στο πυρωµένο µυαλό σα µια κραυγή πολέµου.
Και τώρα η Κύπρος κάθεται στη µέση του πελάγου και σιγοτραγουδεί σα µια Σειρήνα και γλυκαίνει την αγριεµένη απ’ τ’ αντικρινά βουνά της Ιουδαίας κεφαλή µου.
∆ρασκελίσαµε τη µικρή θάλασσα, κι από το στρατόπεδο του Γεχωβά περάσαµε, σε µια νύχτα, στην κλίνη της Αφροδίτης. Πήγαινα από τη Φαµαγκούστα στη Λάρνακα, από τη Λάρνακα στη Λεµεσό, ολοένα σιµώνοντας στο ιερό σηµείο της θάλασσας, στην Πάφο, όπου µέσα στους αφρούς του άστατου, ακατάλυτου υγρού στοιχείου η θηλυκή τούτη µάσκα του µυστηρίου γεννήθηκε.
Καθαρά µέσα µου ένιωθα να παλεύουν τα δύο µεγάλα φοβερά ρέµατα: Το ένα σπρώχνει την εναρµόνιση, στην υποµονή και στη γλύκα. ∆ουλεύει άνετα, χωρίς καµία προσπάθεια, ακολουθώντας µονάχα τη φυσική βουλή των πραµάτων. Μια πέτρα ρίχνεις ψηλά, µια στιγµή τη βιάζεις να παραβεί τη θέληση της, µα γρήγορα χαρούµενη ξαναπέφτει. Ένα στοχασµό ρίχνεις ψηλά, µα γρήγορα ο στοχασµός κουράζεται, δυσφορεί στον αδειανόν αέρα και ξαναπέφτει και σοφιλιάζει µε τα χώµατα. Το άλλο ρέµα είναι θαρρείς παρά φύση. Ένας απίστευτος παραλογισµός. Θέλει να νικήσει το βάρος, να σκοτώσει τον ύπνο, να σπρώξει το σύµπαν, µε το µαστίγι, προς τ’ απάνου. Σε ποιο απ’ τα δύο ρέµατα ν’ αρµονιστώ, να πω: αυτό είναι η βούλησή µου, να ξεχωρίσω, σίγουρα πια, το καλό από το κακό, θέτοντας ιεραρχία στις αρετές και στα πάθη;...
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΘΗΝΑ 1961
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ : Δρ. Σπύρου Δημητρίου

Οι Ηχογραφήσεις του έργου.
Διάρκεια Αφήγησης: 8h 51m.


Μοναδική, καταλυτική υπήρξε για τον Νίκο Καζαντζάκη η γνωριμία του με τη Ρωσία και πλούσιοι οι λογοτεχνικοί καρποί της: "Τόντα-Ράμπα", "Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας", "Ταξιδεύοντας: Ρουσία".

Στο διαχρονικό αυτό ταξιδιωτικό βιβλίο, όπου εύλογα δεσπόζει η Ρωσική Επανάσταση, ο συγγραφέας συγκέντρωσε, όπως ο ίδιος λέγει στον πρόλογό του, ό,τι είδε, ό,τι στοχάστηκε και ένιωσε στην απέραντη χώρα, στα εξωτικά της τοπία, στις "βουερές πολιτείες", στα "καταχιόνιστα χωριά" και στις "έρημες στέπες" της.
Γιατί στη Ρωσία ο Νίκος Καζαντζάκης δεν υπήρξε απλός περαστικός ταξιδιώτης. Οσμίστηκε τον ιδρώτα και το αίμα των ανθρώπων της, μοιράστηκε το δάκρυ, την αγωνία αλλά και την ανάτασή τους, αφουγκράστηκε την καρδιά τους, άφησε τη δική του να συντονιστεί μαζί της, υποκλίθηκε στον αγώνα τους για ένα πανανθρώπινα καλύτερο αύριο, φώναξε μαζί τους, εξέφρασε τις αντιρρήσεις και τις επιφυλάξεις του. Αντίκρισε, με σάρκα και οστά, το πνεύμα τής εποχής του. Αλλά και προσέγγισε τον "Αόρατο", "την κοσμογονική Δύναμη": "Νιώθεις, σε τριγυρίζουν εδώ, στη Ρουσία, οι τυφλές δυνάμες που δημιουργούν το μάτι και το φως". Μετά από μια τέτοια οδύσσεια, ζητάει από τον αναγνώστη να επιστρατεύσει όχι μόνο τη λογική, αλλά και "την κίνηση του σπλάχνου του", την εσώτερη ορμή του ν' αλλάξει τον κόσμο.

"Ο Νίκος Καζαντζάκης έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς τού αιώνα μας. Το ταξίδι ήταν για τον Καζαντζάκη μια οργανική ανάγκη, μια βαθειά πηγή ανανέωσης, έμπνευσης και δημιουργικότητας. Είναι δύσκολο να σκεφτούμε άλλο συγγραφέα που να έγραψε με τόσο πάθος για τόπους και κουλτούρες, που να έκανε την εμπειρία τού ταξιδιού τόσο κεντρική στην εξέλιξή του. Το ταξίδι ήταν για τον Καζαντζάκη ένα αναντικατάστατο εργαλείο για την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και ιστορίας.

Η Ρουσία είναι ένας διεισδυτικός απολογισμός των τριών μεγάλων ταξιδιών που έκανε ο Καζαντζάκης στη Σοβιετική Ένωση στο διάστημα μεταξύ 1925 και 1930. Είναι ένα ημερολόγιο που σκιαγραφεί τη φύση της πιο κοσμογονικής ανακατάταξης της εποχής μας -της Μπολσεβικικής Επανάστασης- και τον αντίκτυπό της στην κοινωνική και πνευματική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Ενώ φιλοτεχνεί μια συναρπαστική εικόνα της απέραντης χώρας και των δαιμονόληπτων ηγετών της -του Λένιν, του Τρότσκυ και του Στάλιν-, ο Καζαντζάκης χαράζει αλησμόνητα πορτραίτα των μεγάλων συγγραφέων της Ρωσίας: του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόη, του Μπλοκ και του Μαγιακόφσκι.
Η Ρουσία είναι μια δονούμενη, αυτόπτις εξιστόρηση της γέννησης ενός νέου κόσμου, από τη μήτρα της Μητέρας Ρωσίας - ένας κόσμος σε αναβρασμό απαθανατίζεται σε μια μοναδική φόρμα λογοτεχνίας και ιστορίας, όπως μόνον ένας μεγάλος οραματιστής συγγραφέας μπορεί να τον απεικονίσει".
(Από την αμερικανική έκδοση Nikos Kazantzakis, "Russia: A Chronicle of Three Journeys in the Aftermath of the Revolution", Creative Arts Book Company, Berkeley 1989)

«Από το 1925-1930 πήγα τρεις φορές στη Σοβιετική Ρουσία κι έμεινα συνολικά δύο χρόνια, γυρίζοντας από το Μίνσκ έως το Βλαδιβοστόκ κι από το Μούρμανσκ έως την Μπουχάρα και το Εσμιατζίν. (...) Συγκεντρώνοντας σήμερα στο βιβλίο ετούτο τα όσα είδα, τα όσα στοχάστηκα κι ένιωσα στην απέραντη χώρα, δεν θέλησα να τ' αλλάξω.
Μια νέα, εκ των υστέρων, σκηνοθέτηση θα τους έδινε βέβαια μια πιο λογική συνάρτηση, κι εύκολη, από τα πράματα αληθεμένη πρόβλεψη, μα θα τους αφαιρούσε, θαρρώ, κάποιο αυθόρμητο ψυχικό συνέπαρμα που έχουν, κι όλο το χνούδι της πρώτης παρθενικής επαφής -αρετές που θεωρώ, σε τέτοιας λογής έργα, ανώτερες από τη νηφάλια λογική ανάλυση κι από τη μάταιη καλοπροαίρετη προσπάθεια να κατασκεπάσουμε τη ρούσικη φλόγα. "Αλίμονο στον άνθρωπο που, όταν ο Θεός σηκώνει τρικυμία, αυτός χύνει λάδι στη θάλασσα"».
(ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ)



Λίγα λόγια για τον Συγγραφέα:

Ο Νίκος Καζαντζάκης (Ηράκλειο Κρήτης, 18 Φεβρουαρίου 1883 – Φράιμπουργκ, 26 Οκτωβρίου 1957) ήταν Έλληνας συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος, πολιτικός, μουσικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, φιλόσοφος και τέκτων, με πλούσιο λογοτεχνικό, ποιητικό και μεταφραστικό έργο. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως.
Έγινε ακόμα γνωστότερος μέσω της κινηματογραφικής απόδοσης των έργων του Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Ο Τελευταίος Πειρασμός. Ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς από το λαό και από τους πλέον αναγνωρισμένους στο εξωτερικό συγγραφείς.
Από το 1945 ως το 1948 ήταν πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, εποχή κατά την οποία το νησί αποτελούσε ακόμα μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ήταν γιος του καταγόμενου από το χωριό Βαρβάροι (σημερινή Μυρτιά, όπου βρίσκεται και το Μουσείο Καζαντζάκη) εμπόρου γεωργικών προϊόντων και κρασιού, Μιχάλη Καζαντζάκη (1856–1932) και της Μαρίας Χριστοδουλάκη (1862–1932) με καταγωγή από το χωριό Ασυρώτοι, το σημερινό Κρυονέρι του Δήμου Κουλούκωνα στο νομό Ρεθύμνου. Είχε δύο αδελφές, την Αναστασία (1884) και την Ελένη (1887), και έναν αδελφό, τον Γιώργο (1890), που πέθανε σε βρεφική ηλικία.
Στο Ηράκλειο έλαβε τη στοιχειώδη μόρφωση κι έπειτα το 1897 γράφτηκε στη Γαλλική Εμπορική Σχολή του Τίμιου Σταυρού στη Νάξο, όπου διδάχθηκε τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα και ήρθε σε μία πρώτη επαφή με τον δυτικό πολιτισμό. Το 1899 επέστρεψε στο Ηράκλειο και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του.

Σε μία σχολική παράσταση έπαιξε τον ρόλο του Κρέοντα στην τραγωδία του Σοφοκλή, Οιδίπους Τύραννος.
Το 1902 πήγε στην Αθήνα για πανεπιστημιακές σπουδές. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1906 πήρε το δίπλωμα του διδάκτορα της Νομικής με άριστα. Στο πτυχίο του Νίκου Καζαντζάκη φαίνεται και η υπογραφή του Κωστή Παλαμά, ο οποίος ήταν γραμματέας στο πανεπιστήμιο, θέση μία και μοναδική τότε.
Το 1906 πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα Όφις και Κρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή), για να ακολουθήσουν την ίδια χρονιά το δοκίμιο Η Αρρώστια του Αιώνος και έπειτα το θεατρικό έργο Ξημερώνει.
Το τελευταίο το υπέβαλε στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα και επαινέθηκε, δίχως όμως ούτε αυτό ούτε κανένα άλλο εκείνη τη χρονιά να βραβευθεί.
Την επόμενη χρονιά ο Καζαντζάκης υπέβαλε ανεπιτυχώς και αυτή τη φορά δύο ακόμη θεατρικά του έργα στον ίδιο διαγωνισμό, το Έως πότε;, το οποίο επαινέθηκε, και το Φασγά, ενώ έγραψε και ένα δεύτερο μυθιστόρημα, τις Σπασμένες Ψυχές.
Ακολούθησαν δύο ακόμη θεατρικά έργα, Κωμωδία, τραγωδία μονόπρακτη και Η Θυσία, το οποίο δημοσιεύθηκε αργότερα με τον τίτλο Ο Πρωτομάστορας. Το τελευταίο υποβλήθηκε το 1910 στον Λασσάνειο Δραματικό Αγώνα και κέρδισε το πρώτο βραβείο, ενώ διασκευάστηκε και σε λιμπρέτο από τον Μανόλη Καλομοίρη ο οποίος το μελοποίησε σε όπερα.

Παράλληλα αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά υπό τα ψευδώνυμα Ακρίτας, Κάρμα Νιρβαμή και Πέτρος Ψηλορείτης, ενώ το 1907 ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Σημαντική επίδραση στον Καζαντζάκη είχαν οι διαλέξεις του Ανρί Μπεργκσόν, τις οποίες παρακολουθούσε και τον οποίο παρουσίασε στην Αθήνα με ένα δοκίμιό του το 1912, H. Bergson.
Το 1909 επέστρεψε στην Ελλάδα και εξέδωσε στο Ηράκλειο τη διατριβή του επί υφηγεσία Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας.
Το 1910 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα και το 1911 παντρεύτηκε τη Γαλάτεια Αλεξίου, στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, στο νεκροταφείο Ηρακλείου, κι αυτό γιατί φοβόταν τον πατέρα του, που δεν ήθελε για νύφη τη Γαλάτεια.

Στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, το 1912, κατατάχθηκε εθελοντής, αλλά τελικά διορίστηκε στο γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ διετέλεσε και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Σοφούλη από τις 26 Νοεμβρίου 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου 1946.
Παραιτήθηκε από το αξίωμά του μετά από την ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Το Μάρτιο του 1945 προσπάθησε να πάρει μια θέση στην Ακαδημία της Αθήνας, αλλά απέτυχε για δύο ψήφους. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου παντρεύτηκε την Ελένη Σαμίου, στον Άι - Γιώργη τον Καρύτση, με κουμπάρους τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.

Ο Νίκος Καζαντζάκης υπήρξε πολυγραφότατος. Ασχολήθηκε σχεδόν με κάθε είδος λόγου: Ποίηση (δραματική, επική, λυρική), δοκίμιο, μυθιστόρημα (στα Ελληνικά και στα Γαλλικά), ταξιδιωτικές εντυπώσεις, αλληλογραφία, παιδικό μυθιστόρημα, μετάφραση (από τα Αρχαία Ελληνικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και Ισπανικά), κινηματογραφικά σενάρια, ιστορία, σχολικά βιβλία, παιδικά βιβλία (διασκευή και μετάφραση), λεξικά (γλωσσικά και εγκυκλοπαιδικά), δημοσιογραφία, κριτική, αρθρογραφία.

Το κύριο σώμα του έργου του αποτελείται από την Ασκητική, η οποία είναι ο σπόρος απ' όπου βλάστησε όλο του το έργο, την Οδύσεια, δίπλα στην οποία όλα τα υπόλοιπα χαρακτηρίζονται ως «πάρεργα», τους «21 σωματοφύλακες της Οδύσειας», τις Τερτσίνες, τις 14 τραγωδίες που περιέχονται στους τρεις τόμους Θέατρο Α΄, Β΄, Γ΄, τα δύο μυθιστορήματα που έγραψε στα Γαλλικά και τα 7 μυθιστορήματα της όψιμης ηλικίας του, τις εντυπώσεις από τα ταξίδια του σε Ιταλία, Αίγυπτο, Σινά, Ρωσία, Ισπανία, Ιαπωνία, Κίνα, Αγγλία, Ιερουσαλήμ, Κύπρο και Πελοπόννησο, τις μεταφράσεις του Δάντη και του Ομήρου και τέλος τις επιστολές του προς τη Γαλάτεια Αλεξίου και τον Παντελή Πρεβελάκη.



ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΞΕΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ| Αλλαγή Κατηγορίας

Ιάκωβος Καμπανέλλης

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης του Στεφάνου ήταν Έλληνας θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος και ακαδημαϊκός.

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Κώστας Πρετεντέρης

Ο Κώστας Πρετεντέρης ήταν θεατρικός συγγραφέας και πολυγραφώτατος σεναριογράφος. Απετέλεσε συγγραφικό δίδιμο με τον Ασημάκη Γιαλαμά.

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Μιχαήλ Χουρμούζης

Ο Μιχαήλ Χουρμούζης είναι γνωστός στο χώρο τις λογοτεχνίας, κυρίως για τις θεατρικές του κωμωδίες.

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ