ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

Λίστα Θεατρικών Έργων

Νίκος Καζαντζάκης

Για να ακούσετε το θεατρικό έργο, πατήστε πάνω στον τίτλο της ηχογράφησης.

Λιστα Ηχογραφησεων

Λίγα λόγια για τον Συγγραφέα:

Ο Νίκος Καζαντζάκης (Ηράκλειο Κρήτης, 18 Φεβρουαρίου 1883 – Φράιμπουργκ, 26 Οκτωβρίου 1957) ήταν Έλληνας συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος, πολιτικός, μουσικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, φιλόσοφος και τέκτων, με πλούσιο λογοτεχνικό, ποιητικό και μεταφραστικό έργο. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως.
Έγινε ακόμα γνωστότερος μέσω της κινηματογραφικής απόδοσης των έργων του Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Ο Τελευταίος Πειρασμός. Ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς από το λαό και από τους πλέον αναγνωρισμένους στο εξωτερικό συγγραφείς.
Από το 1945 ως το 1948 ήταν πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, εποχή κατά την οποία το νησί αποτελούσε ακόμα μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ήταν γιος του καταγόμενου από το χωριό Βαρβάροι (σημερινή Μυρτιά, όπου βρίσκεται και το Μουσείο Καζαντζάκη) εμπόρου γεωργικών προϊόντων και κρασιού, Μιχάλη Καζαντζάκη (1856–1932) και της Μαρίας Χριστοδουλάκη (1862–1932) με καταγωγή από το χωριό Ασυρώτοι, το σημερινό Κρυονέρι του Δήμου Κουλούκωνα στο νομό Ρεθύμνου. Είχε δύο αδελφές, την Αναστασία (1884) και την Ελένη (1887), και έναν αδελφό, τον Γιώργο (1890), που πέθανε σε βρεφική ηλικία.
Στο Ηράκλειο έλαβε τη στοιχειώδη μόρφωση κι έπειτα το 1897 γράφτηκε στη Γαλλική Εμπορική Σχολή του Τίμιου Σταυρού στη Νάξο, όπου διδάχθηκε τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα και ήρθε σε μία πρώτη επαφή με τον δυτικό πολιτισμό. Το 1899 επέστρεψε στο Ηράκλειο και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του.

Σε μία σχολική παράσταση έπαιξε τον ρόλο του Κρέοντα στην τραγωδία του Σοφοκλή, Οιδίπους Τύραννος.
Το 1902 πήγε στην Αθήνα για πανεπιστημιακές σπουδές. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1906 πήρε το δίπλωμα του διδάκτορα της Νομικής με άριστα. Στο πτυχίο του Νίκου Καζαντζάκη φαίνεται και η υπογραφή του Κωστή Παλαμά, ο οποίος ήταν γραμματέας στο πανεπιστήμιο, θέση μία και μοναδική τότε.
Το 1906 πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα Όφις και Κρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή), για να ακολουθήσουν την ίδια χρονιά το δοκίμιο Η Αρρώστια του Αιώνος και έπειτα το θεατρικό έργο Ξημερώνει.
Το τελευταίο το υπέβαλε στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα και επαινέθηκε, δίχως όμως ούτε αυτό ούτε κανένα άλλο εκείνη τη χρονιά να βραβευθεί.
Την επόμενη χρονιά ο Καζαντζάκης υπέβαλε ανεπιτυχώς και αυτή τη φορά δύο ακόμη θεατρικά του έργα στον ίδιο διαγωνισμό, το Έως πότε;, το οποίο επαινέθηκε, και το Φασγά, ενώ έγραψε και ένα δεύτερο μυθιστόρημα, τις Σπασμένες Ψυχές.
Ακολούθησαν δύο ακόμη θεατρικά έργα, Κωμωδία, τραγωδία μονόπρακτη και Η Θυσία, το οποίο δημοσιεύθηκε αργότερα με τον τίτλο Ο Πρωτομάστορας. Το τελευταίο υποβλήθηκε το 1910 στον Λασσάνειο Δραματικό Αγώνα και κέρδισε το πρώτο βραβείο, ενώ διασκευάστηκε και σε λιμπρέτο από τον Μανόλη Καλομοίρη ο οποίος το μελοποίησε σε όπερα.

Παράλληλα αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά υπό τα ψευδώνυμα Ακρίτας, Κάρμα Νιρβαμή και Πέτρος Ψηλορείτης, ενώ το 1907 ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Σημαντική επίδραση στον Καζαντζάκη είχαν οι διαλέξεις του Ανρί Μπεργκσόν, τις οποίες παρακολουθούσε και τον οποίο παρουσίασε στην Αθήνα με ένα δοκίμιό του το 1912, H. Bergson.
Το 1909 επέστρεψε στην Ελλάδα και εξέδωσε στο Ηράκλειο τη διατριβή του επί υφηγεσία Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας.
Το 1910 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα και το 1911 παντρεύτηκε τη Γαλάτεια Αλεξίου, στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, στο νεκροταφείο Ηρακλείου, κι αυτό γιατί φοβόταν τον πατέρα του, που δεν ήθελε για νύφη τη Γαλάτεια.

Στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, το 1912, κατατάχθηκε εθελοντής, αλλά τελικά διορίστηκε στο γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ διετέλεσε και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Σοφούλη από τις 26 Νοεμβρίου 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου 1946.
Παραιτήθηκε από το αξίωμά του μετά από την ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Το Μάρτιο του 1945 προσπάθησε να πάρει μια θέση στην Ακαδημία της Αθήνας, αλλά απέτυχε για δύο ψήφους. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου παντρεύτηκε την Ελένη Σαμίου, στον Άι - Γιώργη τον Καρύτση, με κουμπάρους τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.

Ο Νίκος Καζαντζάκης υπήρξε πολυγραφότατος. Ασχολήθηκε σχεδόν με κάθε είδος λόγου: Ποίηση (δραματική, επική, λυρική), δοκίμιο, μυθιστόρημα (στα Ελληνικά και στα Γαλλικά), ταξιδιωτικές εντυπώσεις, αλληλογραφία, παιδικό μυθιστόρημα, μετάφραση (από τα Αρχαία Ελληνικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και Ισπανικά), κινηματογραφικά σενάρια, ιστορία, σχολικά βιβλία, παιδικά βιβλία (διασκευή και μετάφραση), λεξικά (γλωσσικά και εγκυκλοπαιδικά), δημοσιογραφία, κριτική, αρθρογραφία.

Το κύριο σώμα του έργου του αποτελείται από την Ασκητική, η οποία είναι ο σπόρος απ' όπου βλάστησε όλο του το έργο, την Οδύσεια, δίπλα στην οποία όλα τα υπόλοιπα χαρακτηρίζονται ως «πάρεργα», τους «21 σωματοφύλακες της Οδύσειας», τις Τερτσίνες, τις 14 τραγωδίες που περιέχονται στους τρεις τόμους Θέατρο Α΄, Β΄, Γ΄, τα δύο μυθιστορήματα που έγραψε στα Γαλλικά και τα 7 μυθιστορήματα της όψιμης ηλικίας του, τις εντυπώσεις από τα ταξίδια του σε Ιταλία, Αίγυπτο, Σινά, Ρωσία, Ισπανία, Ιαπωνία, Κίνα, Αγγλία, Ιερουσαλήμ, Κύπρο και Πελοπόννησο, τις μεταφράσεις του Δάντη και του Ομήρου και τέλος τις επιστολές του προς τη Γαλάτεια Αλεξίου και τον Παντελή Πρεβελάκη.

Λίγα λόγια για τα ηχογρφημένα έργα:

Ο ΙωάννηςΚαποδίστριας είναι αναμφισβήτητα μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της σύγχρονης Ελλάδας, πράγμα που για την ελληνική πραγματικότητα αλλά και νοοτροπία, σημαίνει πως όσο αγαπήθηκε, άλλο τόσο τον μίσησαν. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το τραγικό του τέλος.
Ένα από τα στοιχεία της ζωής του Ιωάννη Καποδίστρια που είναι άγνωστα για τον Έλληνα, είναι πως ο πολιτικός αυτός δεν αγαπήθηκε μόνον εντός Ελλάδος. Όχι, δεν αναφερόμαστε στην Ρωσία στην οποία έκτισε το πολιτικό του όνομα, αλλά για την Ελβετία. Ναι, την Ελβετία, η οποία μάλιστα τον έχει ανακηρύξει και εθνικό της ήρωα.
Πόσο περίεργο μπορεί να ακούγεται αυτό; Είναι όμως αλήθεια, και έχει και μία πολύ σοβαρή αιτιολόγηση. Δεν πρόκειται για μία αναγνώριση των ικανοτήτων ενός ατόμου ασχέτως εθνικότητος, αλλά για την ευγνωμοσύνη προς τον Ιωάννη Καποδίστρια για την συμβολή του στην γέννηση ενός κράτους-έθνους, αυτού της Ελβετίας.
Για να τα πάρουμε τα πράγματα με την σειρά, το κείμενο αυτό γράφεται διότι την 17/01/1817, ο Ιωάννης Καποδίστριας λαμβάνει την ελβετική υπηκοότητα σε αναγνώριση της συμβολής του στη δημιουργία του ομοσπονδιακού συστήματος της Ελβετίας.



Το 1798, η Γαλλία εισβάλει και κατακτά την Ελβετία την οποία όμως δεν προσάρτησε αλλά διαμόρφωσε έτσι την διοικητική της μεταρρύθμιση, ώστε να αποτελεί ένα κρατίδιο δορυφόρο. Οι κινήσεις αυτές αλλά και οι διαθέσεις του Ναπολέοντα θορύβησαν την Ρωσία η οποία ήθελε να δει την δράση του να περιορίζεται.
Τελικά το 1813 ο Ιωάννης Καποδίστριας διορίζεται ως εκπρόσωπος της Ρωσίας στην Ελβετία. Ο Καποδίστριας συνέβαλε στην ενότητα και ανεξαρτησία του κράτους της Ελβετίας υπό την νέα της δομή, καθώς ήταν από τους εμπνευστές του διαχωρισμού της, σε 19 αυτόνομα κρατίδια, τα καντόνια. Συνεισέφερε επίσης στην διαμόρφωση του ελβετικού συντάγματος, αλλά και την μετέπειτα ουδέτερη στάση της χώρας.
Συμμετείχε στο Συνέδριο της Βιέννης ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπίας και αργότερα εκπρόσωπος της Ρωσίας στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων το 1815, όπου πέτυχε την εξουδετέρωση της αυστριακής επιρροής, την ακεραιότητα της Γαλλίας υπό Βουρβόνο μονάρχη καθώς και την διεθνή ουδετερότητα της Ελβετίας.
Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η ευγνωμοσύνη της Ελβετίας προς το πρόσωπο του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος, δεν φθάνει μόνο μέχρι την χορήγηση υπηκοότητας, αλλά και πρόσφατα, η πόλη της Λωζάννης προέβη και σε μία ακόμη τιμητική κίνηση.
Μαζί με την κυβέρνηση της Ρωσίας, η πόλη της Λωζάννης, τον Σεπτέμβριο του 2009, έκανε τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Ιωάννη Καποδίστρια, παρουσία των Υπουργών Εξωτερικών της Ελβετίας Mισελίν Κάλμυ-Ρέυ και της Ρωσίας, Σεργκέυ Λαβρώφ, του Δημάρχου της Λωζάννης και του ελληνικής καταγωγής προέδρου της τοπικής βουλής του καντονιού Vaud, πρωτεύουσα του οποίου είναι η Λωζάννη, Πασκάλ Μπρουλής.
Η ορειχάλκινη προτομή, που είναι έργο του Ρώσου γλύπτη Βλαντιμίρ Σουρόβτσεφ, τοποθετήθηκε στη Λωζάννη «ως ένδειξη τιμής στον πρώτο Επίτιμο Δημότη της πόλης».
Επρόκειτο για μια πράξη που έγινε από κοινού από τη Ρωσία και την πόλη της Λωζάννης, τα δε αποκαλυπτήρια συνέπεσαν με την επίσημη επίσκεψη στην Ελβετία του Ρώσου Προέδρου Ντμίτρι Μεντβέντεφ.
Κείμενο: Γιώργος Μιχαηλίδης



Το θέμα απασχολούσε τον Καζαντζάκη από το 1939, την εποχή που σχεδίαζε τον Ακρίτα. Φαίνεται πως έναυσμα για τη συγγραφή, του έδωσε το έργο του Γ. Θεοτοκά Αντάρα στ' Ανάπλι· μάλιστα, ζήτησε από τον Θεοτοκά· να του στείλει τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.
Ένα απόσπασμα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Μάχη, 24.3.1946

«Γράφτηκε στο διάστημα Μάη-Ιούλη 1944 στην Αίγινα και πρωτοπαίχτηκε απ' το Εθνικό Θέατρο το Μάρτη 1946. Τον ίδιο χρόνο δημοσιεύτηκε απ’ τις εκδόσεις Ν. Αλικιώτη.
Είναι μια απ' τις πιο ολοκληρωμένες τραγωδίες τού Νίκου Καζαντζάκη κι απ' τα πιο ενδιαφέροντα έργα του νεοελληνικού δραματολογίου.
Χωρίζεται σε τρία μέρη με διαφορετικό σκηνικό χώρο κι είναι γραμμένη σε δεκατρισύλλαβο στίχο στο μεγαλύτερο μέρος της, ενώ τα χορικά τού χορού των γυναικών σε ενδεκασύλλαβο με μικρές εναλλαγές.
Η ψυχολογία του ήρωα είναι κι εδώ όπως και στα άλλα έργα: Ξέρει απ' τα πριν το τέλος του, αλλά δεν προσπαθεί να το αποφύγει. Αντίθετα βαδίζει με πλήρη συνείδηση σ' αυτό, καταξιώνοντας έτσι την ελευθερία του.»

Υπόθεση:
"Γνωρίζοντας ότι πρόκειται να δολοφονηθεί, ο Καποδίστριας πληροφορείται ότι οι Μανιάτες έχουν εξεγερθεί εναντίον του και ζητούν την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Λίγο αργότερα, τον επισκέπτεται ο Μακρυγιάννης, που είχε λάβει μια περίεργη προειδοποίηση ότι ο Κυβερνήτης κινδυνεύει κι έσπευσε να τον προστατεύσει. Τον συμβουλεύει να ελευθερώσει τον Πετρόμπεη, να συγχωρέσει την εξέγερση της Ύδρας και να προχωρήσει σε αναδασμό της γης. Ο Καποδίστριας είναι ανένδοτος στο θέμα της Ύδρας, αλλά φαίνεται να σκέπτεται τις άλλες δύο προτάσεις.
Μετά την αναχώρηση του Μακρυγιάννη, ο Κυβερνήτης εξομολογείται στον Παπαγιώργη, ένα Μανιάτη ιερέα, που τον αντιμετωπίζει εχθρικά και αρνείται να τον μεταλάβει αν δεν ελευθερωθεί ο Πετρόμπεης. Προς το τέλος της συνάντησης, έρχεται ο Κολοκοτρώνης και ειδοποιεί για τη συνωμοσία και την ανάμειξη του Παπαγιώργη. Παρακινεί τον Καποδίστρια να συλλάβει τους Μαυρομιχάληδες, που έχουν ορκιστεί να τον σκοτώσουν, όμως ο Κυβερνήτης διαφωνεί και ανακοινώνει ότι θα στείλει ρωσικά πλοία για να υποτάξει την Ύδρα.
Ο επόμενος επισκέπτης είναι ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, ένας από τους επίδοξους δολοφόνους. Παραπονιέται ότι ο Κυβερνήτης έχει εγκαταλείψει το μεγάλο όραμα για την απελευθέρωση της Πόλης. Εκείνος του εξηγεί ότι προέχει η επίλυση των πρακτικών προβλημάτων, χωρίς όμως να τον πείθει.
Λίγο αργότερα, το πλήθος συγκεντρώνεται στην αυλή του Κυβερνείου, διαδηλώνει ενανίον του Καποδίστρια και ζητά Σύνταγμα. Ο Γκίκας διαφωνεί έντονα με τον Μακρυγιάννη και τον τραυματίζει. Εμφανίζεται ο Κυβερνήτης· βλέποντας τον Κωσταντή Μαυρομιχάλη, του λέει ότι θα ελευθερώσει τον Πετρόμπεη, αρκεί να το ζητήσει, εκείνος όμως αδιαφορεί. Οι λεκτικές συγκρούσεις συνεχίζονται, ενώ ο Μακρυγιάννης προσπαθεί να ηρεμήσει τα πνεύματα.
Ο Καποδίστριας αναγγέλλει τον αναδασμό της γης, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του Κολοκοτρώνη, που τον εγκαταλείπει. Εκείνη τη στιγμή, φτάνουν τα νέα για την άφιξη των ρωσικών πλοίων στην Ύδρα. Το πλήθος αναταράζεται ξανά και ο Παπαγιώργης παρακινεί τους Μαυρομιχάληδες να σκοτώσουν τον Κυβερνήτη, ο οποίος έχει ήδη διατάξει την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη· παρ' όλα αυτά, τον τραυματίζουν θανά-σιμα, κι εκείνος ξεψυχά στην αγκαλιά του Μακρυγιάννη."
(Από το άρθρο του Θόδωρου Γραμματά «Ξαναδιαβάζοντας το έργο τού Νίκου Καζαντζάκη» στο περιοδικό Διαβάζω).



Οι συντελεστές του έργου στην "Ώρα της Ελληνικής Σκηνής" και στην εκπομπή "Η ελληνική ιστορία μέσα από το νεοελληνικό θέατρο".

  • ΔΙΑΣΚΕΥΗ: Πέτρος Μαρκάκης
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κώστας Κροντιράς
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Λυκούργος Καλλέργης, Δημήτρης Καλιβωκάς, Ανδρέας Φιλιππίδης, Ευάγγελος Προτωπαπάς, Κώστας Μπάκας, Λάμπρος Κοτσίδης, Καρούσος, Γιώργος Πλούτης, Αντώνης Ξενάκης, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Κώστας Παπαγεωργίου, Αλέκα Παΐζη, Πόπη Παπαδάκη, Πόπη Κόντου, Νίκος Παπακωνσταντίνου.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Αργυρώ Μεταξά
  • ΡΥΘΜΙΣΗ ΗΧΟΥ: Ανδρέας Λάμπρου
  • ΕΓΓΡΑΦΗ: 1960
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 16 λεπτά
Κυβερνείο, Παλατάκι Ι. Καποδίστρια (1890) από ανατολικά.

Στο Θέατρο της Τετάρτης (εγγραφή του 1981).

Οι συντελεστές του έργου στο "Θέατρο της Τετράρτης".

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Στέλιος Παπαδάκης
  • ΜΟΥΣΙΚΗ: Μίκης Θεοδωράκης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Νίκος Τζόγιας, Θάνος Αρώνης, Θάνος Καλλιώρας, Ζώρας Τσάπελης, Σπύρος Μαβίδης, Θεόδωρος Μορίδης, Χρήστος Βαλαβανίδης, Τρύφων Καρατζάς, Γιάννης Αργύρης, Τάκης Βουλαλάς, Άγγελος Γιαννούλης, Τάσος Χαλκιάς, Αλέκα Κατσέλη, Λυκούργος Καλλέργης, Κάκια Παναγιώτου, Μαρία Μοσχολιού, Αντιγόνη Γλυκοφρύδη.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ: Ολυμπία Κυριακάκη Λουκίσα
  • ΗΧΟΛΗΨΙΑ: Βάγια Αποστόλου
  • ΕΓΓΡΑΦΗ: 1981
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 46 λεπτά

Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή.

Οι συντελεστές της παράστασης από την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αλέξης Σολομός
  • ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ: Παύλος Μαντούδης
  • ΜΟΥΣΙΚΗ: Μίκης Θεοδωράκης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Νίκος Τζόγιας, Θάνος Αρώνης, Μιχάλης Μαραγκάκης, Ζώρας Τσάπελης, Λυκούργος Καλλέργης, Δημήτρης Βεάκης, Θεόδωρος Μορίδης, Δημήτρης Μαλαβέτας, Χρήστος Βαλαβανίδης, Τάκης Βουλαλάς, Γιάννης Αργύρης, Άγγελος Γιαννούλης, Κώστας Καστανάς, Αλέκα Κατσέλη, Βαλεντίνη Μουτάφη, Κάκια Παναγιώτου, Ελένη Ζαφειρίου, Πίτσα Καπιτσινέα, Έλλη Βοζικιάδου, Ελένη Ρήγα, Αντιγόνη Γλυκοφρύδη.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Έλλη Νικολαΐδου
  • ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ: Στέλιος Παπαδάκης
  • ΕΓΓΡΑΦΗ: 1976
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 51 λεπτά

Πρώτη παραγωγή
Θεατρική περίοδος: 1976-1977
05/11/1976 - 12/12/1976 Εθνικό Θέατρο, Αγίου Κωνσταντίνου 22-24, Αθήνα, Ελλάδα

Επανάληψη
Θεατρική περίοδος: 1981-1982
26/02/1982 Εθνικό Θέατρο, Αγίου Κωνσταντίνου 22-24, Αθήνα, Ελλάδα


«Το έργο γράφτηκε τον Απρίλη 1949 με πρωτότυπο τίτλο "Θησέας". Πρόκειται για το γνωστό μύθο τού Θησέα και του Μινώταυρου, δοσμένο μέσα από μια ψυχαναλυτική ερμηνεία.

Ο Καζαντζάκης είχε έντονα επηρεαστεί απ' την ανάπτυξη της ψυχανάλυσης, που γνώρισε από κοντά στη Βιέννη το 1922, αφού άλλωστε χάρη σ' αυτήν μπορούσε να φωτίσει τις απόκρυφες πτυχές της ύπαρξής του και να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του.
Έτσι, λοιπόν, σ' αυτό το έργο, σύμφωνα μ' αυτά που ομολογεί ο ίδιος σε γράμμα του στον Borje Knos, ο Μινώταυρος εκφράζει το υποσυνείδητο του ανθρώπου, ενώ ο Θησέας το λόγο που απελευθερώνει το Μινώταυρο και οδηγεί στο συνειδητό το ασυνείδητό του ή, κατά την αγαπημένη του έκφραση, "μετουσιώνει την ύλη σε πνεύμα".
Εκτός από την καθαρά ψυχαναλυτική διάσταση, το έργο κινείται και σ' αυτήν του αγώνα για κατάκτηση της ελευθερίας. Ο Μίνωας εκφράζει τη φάση τής ελεύθερης αναγκαιότητας (amor fati), που επιτρέπει στο άτομο να διαφυλαχθεί και μόνο απ' την επιβολή τής εξωτερικής ανάγκης που το περιβάλλει, ενώ ο Θησέας αυτήν της στιγμιαίας ελευθερίας, του κορυφώματος δηλαδή της έννοιας αυτής στο έργο του.»

Υπόθεση:
"Έξω από την πόρτα του Λαβύρινθου, ο Θησέας περιμένει τη στιγμή να αναμετρηθεί με το θρυλικό Μινώταυρο, ενώ παράλληλα αναλογίζεται πώς ξέφυγε από τα τεχνάσματα των Μινωιτών, που προσπαθούσαν να τον απομακρύνουν από το σκοπό του. Η Αριάδνη του στέλνει μήνυμα, ομολογώντας του τον έρωτά της και του ζητά να συναντηθούν τα μεσάνυχτα, αλλά εκείνος απαντά αρνητικά.
Η κοπέλα, απτόητη, πηγαίνει και τον βρίσκει επί τόπου, πιστεύοντας ότι η άρνησή του οφείλεται σε ένα είδος ερωτικού παιχνιδιού. Όσο κι αν ο Θησέας της δηλώνει προσβλητικά ότι αδιαφορεί γι' αυτήν, επιμένει και του υπόσχεται ότι θα τον βοηθήσει να κατακτήσει την Κρήτη και θα τον ακολουθήσει στην Αθήνα· επιπλέον, του ομολογεί ότι πράγματι την έστειλε ο Μίνωας για να τον αποπλανήσει.
Ο Μίνωας δεν αργεί να εμφανιστεί· η στάση του δείχνει ότι είναι συμφιλιωμένος με την ιδέα του τέλους και της καταστροφής. Αντιμετωπίζει τον Θησέα φιλικά, τον συμβουλεύει για τη συνάντησή του με το Μινώταυρο και του δίνει την ευχή του, ενώ η Αριάδνη τον οδηγεί στο Λαβύρινθο. Σύντομα, η γη σείεται από την πάλη· λίγο αργότερα, ο Θησέας βγαίνει μαζί με την Αριάδνη και δίνει το σύνθημα της αναχώρησης.
Η βασιλοπούλα πιστεύει ότι ο Θησέας νίκησε, όμως εκείνος μιλά αινιγματικά για την εμπειρία του. Αποκρούει ξανά τις ερωτικές της προσφορές και της λέει ότι ήρθε η ώρα να χωρίσουν. Ο Μίνωας επιστρέφει, αυτή τη φορά χωρίς τα διακριτικά της βασι-λικής του εξουσίας. Ζητά να μάθει τι συνέβη και η Αριάδνη του περιγράφει τις σκηνές, λέγοντας ότι όταν στο τέλος προσπάθησε να απομακρύνει τον Θησέα, είδε δυο ψηλούς ξανθούς νέους να κοιτούν αμίλητοι τη θάλασσα.
Ο Μίνωας αποκαλεί τον Θησέα «βασιλόπουλο της Κρήτης», και του ζητά να πάρει μαζί του την Αριάδνη, χωρίς αποτέλεσμα. Η Αριάδνη παρακινεί τον πατέρα της να σκοτώσει τον ξένο, όταν όμως ο Μίνωας καλεί τους φρουρούς, γκρεμίζεται η πόρτα του Λαβύρινθου και προβάλλει ο Μινώταυρος με τη μορφή Κούρου. Ο Μίνωας τον αναγνωρίζει ως τον Λυτρωτή που λυτρώθηκε από τη μορφή του Ταύρου, αποχαιρετά την κόρη του και πεθαίνει, ενώ ο Θησέας φεύγει μαζί με τον Κούρο."
(Από το άρθρο του Θόδωρου Γραμματά «Ξαναδιαβάζοντας το έργο τού Νίκου Καζαντζάκη» στο περιοδικό Διαβάζω).

Οι συντελεστές του έργου στο "Θέατρο της Κυριακής".

  • ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ: Ιουλία Ιατρίδη
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νίκος Γκάτσος
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Άννα Συνοδινού, Θάνος Κωτσόπουλος, Λυκούργος Καλλέργης, Νίκος Παπακωνσταντίνου, Πόπη Παπαδάκη, Δημήτρης Κουκής, Καίτη Χρονοπούλου, Δημήτρης Χόπτυρης.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ: Γιώργος Καζάσογλου
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Συμφωνική Ορχήστρα Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (δ/ση Γιώργος Καζάσογλου)
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 59 λεπτά

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος ή Κωνσταντίνος Δραγάσης (9 Φεβρουαρίου 1404 - 29 Μαΐου 1453 (49 ετών)), ήταν ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 1449 ως το 1453.

Υπόθεση:

Παραμονές της Άλωσης, στην Πόλη διαδίδεται η φήμη ότι η επικείμενη καταστροφή είναι η τιμωρία του Θεού για τη συμμαχία με τους Φράγκους. Στο παλάτι, Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος συσκέπτεται με τους άρχοντες και τους Φράγκους.
Καθώς ο Λουκάς Νοταράς βγάζει πύρινους λόγους εναντίον των Δυτικών, ο αυτοκράτορας προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες, περιμένοντας βοήθεια από τον άρχοντα Χαρκούτση αλλά και την απάντηση του Ηγούμενου στις προτάσεις συμφιλίωσης. Δυστυχώς, ο άρχοντας Φραντζής φέρνει άσχημα νέα: ο Ηγούμενος αρνείται κατηγορηματικά να συγχωρέσει την υποταγή στους παπικούς.
Στο μεταξύ, ο λαός επαναστατεί και λεηλατεί τα σπίτια των αρχόντων, οι οποίοι παρουσιάζονται έξαλλοι στον Κωνσταντίνο και απαιτούν να επιβάλει την τάξη...

Το σημερινό μας έργο γράφτηκε το 1944 στην Αίγινα. Ο συγγραφέας μας έκανε κάποιες διορθώσεις το 1946 και το 1949. Το 1951, βρισκόμενος στην Ιταλία ξαναγράφει την τραγωδία στη μορφή μου είναι σήμερα. Τέλος, το κείμενο αποτέλεσε τη βάση για το λιμπρέτο της όπερας του Μανώλη Καλομοίρη «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» η οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1962.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μιλάει στους συμπολεμιστές του

«Το να σου παραδώσω την πόλη, δεν είναι θέμα ούτε δικό μου ούτε άλλου κατοίκου της, καθώς με κοινή απόφαση όλοι αυτοπροαίρετα θα πεθάνουμε και δε θα λογαριάσουμε τη ζωή μας»

Ακούσαμε λοιπόν εμείς μέσα στην πόλη τόσο μεγάλη οχλοβοή, σαν ήχο έντονης θαλασσοταραχής, και σκεφτόμασταν άραγε τι είναι. Μετά από λίγο βεβαιωθήκαμε και επαληθεύτηκε ότι για την επαύριο ο αμιράς ετοίμασε χερσαίο και θαλάσσιο πόλεμο για την πόλη, με όση σφοδρότητα μπορούσε. Κι εμείς βλέποντας το τόσο μεγάλο πλήθος των ασεβών (όπως μου φάνηκε, πραγματικά για κάθε έναν από εμάς αντιστοιχούσαν πεντακόσιοι και περισσότεροι από αυτούς), αναθέσαμε όλες μας τις ελπίδες στην Πρόνοια του Θεού.
Και με προσταγή του βασιλιά, ιερείς, αρχιερείς και μοναχοί, γυναίκες και παιδιά κρατώντας τις άγιες και σεπτές εικόνες καθώς και τα «θεία εκτυπώματα», γύριζαν στα τείχη της πόλης και με δάκρυα φώναζαν το «Κύριε ελέησον» και ικέτευαν τον Θεό να μη μας παραδώσει για τις αμαρτίες μας σε χέρια εχθρών άνομων και αποστατών και των πιο πονηρών σε όλη τη γη, αλλά να μας λυπηθεί.
Και κλαίγοντας, ο ένας στον άλλον έδιναν θάρρος, για να αντισταθούν γενναία στους εχθρούς την ώρα της μάχης. Παρόμοια και ο βασιλιάς, το ίδιο οδυνηρό δειλινό της δευτέρας, αφού συγκέντρωσε όλους τους αξιωματούχους, τους άρχοντες και αρχομένους, δημάρχους και εκατόνταρχους και άλλους εκλεκτούς στρατιώτες, είπε τα εξής:

«Εσείς λοιπόν ευγενέστατοι άρχοντες και εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί και γενναιότατοι συμπολεμιστές και όλος ο πιστός και τίμιος λαός, γνωρίζετε καλά ότι ήρθε η ώρα και ο εχθρός της πίστης μας θέλει, με κάθε μέσο και τέχνασμα, να μας φέρει σε πολύ δυσκολότερη θέση και με όλη του τη δύναμη να μας πολεμήσει σφοδρά με μεγάλη συμπλοκή στην ξηρά και στη θάλασσα, για να μας δηλητηριάσει, αν μπορεί, σαν το φίδι και να μας καταπιεί σαν το λιοντάρι.
Για αυτό σας μιλώ και σας παρακαλώ να σταθείτε με ανδρεία και γενναία ψυχή, όπως κάνατε πάντα ως τώρα, ενάντια στους εχθρούς της πίστης μας. Σας παραδίδω λοιπόν την εκλαμπρότατη και περίφημη αυτή πόλη και πατρίδα μας και βασιλεύουσα των πόλεων.
Γνωρίζετε βέβαια καλά, αδελφοί, ότι για τέσσερα πράγματα οφείλουμε από κοινού να προτιμήσουμε περισσότερο να πεθάνουμε παρά να ζούμε. Πρώτα για την πίστη μας και την ευσέβεια, δεύτερον για την πατρίδα, τρίτον για τον βασιλιά σαν χρισμένο κύριό μας και τέταρτον για τους συγγενείς και φίλους.
Λοιπόν, αδελφοί, αν οφείλουμε να αγωνιζόμαστε ως το θάνατο για ένα μόνο από τα τέσσερα, πολύ περισσότερο για όλα αυτά μαζί, καθώς, όπως ολοφάνερα το βλέπετε, όλα πρόκειται να τα στερηθούμε.
Αν για τα δικά μου πλημμελήματα παραχωρήσει ο Θεός τη νίκη στους ασεβείς, αγωνιζόμαστε για την πίστη μας την αγία, την οποία ο Χριστός με το δικό του αίμα μας χάρισε. Κι αν ακόμα κερδίσει κάποιος όλο τον κόσμο και χάσει την ψυχή του, ποιο το όφελος; Δεύτερον, με τον ίδιο τρόπο θα χάσουμε την περίφημη πατρίδα και την ελευθερία μας. Τρίτον, χάνουμε και τη βασιλεία, την κάποτε περίλαμπρη και τώρα ταπεινωμένη και ντροπιασμένη και αποδυναμωμένη, και εξουσιάζεται από τύραννο και ασεβή. Τέταρτον, στερούμαστε και τα πολυαγαπημένα μας παιδιά, και τις συζύγους μας και τους συγγενείς.».

Γεώργιος Φραντζής , (J.Ρ. ΜΙGΝΕ, Patrologia Graeca)
Απόδοση στα νέα ελληνικά: Τέζας Γεώργιος

“Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ΄την πολλήν την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να ‘βγει ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα:
“Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα ‘αγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστήτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν’ στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να ‘ρτουνε τρία καράβια
το ‘να να πάρει το σταυρό και τ’ άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο, την άγια τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν”.
Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
“Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι”.

Οι συντελεστές του έργου στη "Θεατρική Βραδιά".

  • ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Πέλος Κατσέλης
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιώργος Θεοδοσιάδης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Κώστας Κοντογιάννης, Γιώργος Μπαγιώκης, Ντίνος Σούπης, Βασίλης Καΐλας, Δημήτρης Γιαννόπουλος, Γιώργος Παρτσαλάκης, Θάνος Καληώρας, Βάσος Ανδρονίδης, Μάκης Πανώριος, Γιώργος Μοσχίδης, Κώστας Κοκάκης, Πίτσα Καπιτσινέα, Τάκης Βουλαλάς, Ανδρέας Μπάρκουλης, Νίκος Τζόγιας, Ανδρέας Φιλιππίδης, Γιάννης Αργύρης, Κική Ρέππα, Στέλλα Βαγιάννη, Κάτια Δανδουλάκη, Νικήτας Τσακίρογλου.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Δανάη Ευαγγελίου
  • ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΗΧΩΝ: Γίτσα Βαλμά
  • ΡΥΘΜΗΣΗ ΗΧΟΥ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Νίκος Χανιώτης
  • ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Βίκη Μουνδρέα
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρες και 55 λεπτά

Η «Μέλισσα», με κοινό συλλογικό μοτίβο και άξονα την σχέση πατέρα- γιου και την πατροκτονία, γράφτηκε το 1937 και πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία» το 1939• πρωτοπαίχτηκε απ” το Εθνικό Θέατρο στο Ωδείο Ηρώδη Αττικού το καλοκαίρι 1962. Παρουσιάζει την έντονη πάλη ανάμεσα στον πατέρα και το γιο και γενικά την προσπάθεια αποδέσμευσης του ατόμου απ” την πρωτόγονη έννοια του δεσμού του με το προγονικό παρελθόν που το καταπιέζει.

«Ψυχή, ω φοβερή πυρκαγιά του ανθρώπου!» «Είμαι λεύτερος. Όποιο δρόμο θέλω, διαλέγω’ διαλέγω τον ανήφορο. Αυτός μου αρέσει».


Η υπόθεση, εν πολλοίς άγνωστη:
Ο Κύψελος, ο αλαφροΐσκιωτος γιος του τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου, φέρνει τον αδελφό του Λυκόφρονα να δουν το φάντασμα της Μέλισσας, της νεκρής μητέρας τους. Ο Λυκόφρων δεν βλέπει τίποτε, αλλά ο Περίανδρος συναντά τη νεκρή, συνομιλεί μαζί της και καταλαμβάνεται από κρίση οργής.
Ο Κύψελος φεύγει και ο Λυκόφρων ανακοινώνει στον πατέρα τους ότι αναχωρούν για την Επίδαυρο, για ν” αποχαιρετήσουν τον ετοιμαθάνατο παππού τους. Ο Περίανδρος προσπαθεί να τον εμποδίσει, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Στην Επίδαυρο, ο Προκλής πατέρας της Μέλισσας, αποκαλύπτει στον Λυκόφρονα ότι ο Περίανδρος δολοφόνησε τη μητέρα του και του δίνει το χρυσό μαχαίρι του φόνου. Επιστρέφοντας στην Κόρινθο, ο Λυκόφρων συγκρούεται με τον πατέρα του και του δίνει τελετουργικά το μαχαίρι. Ο Περίανδρος καταλαβαίνει ποιος αποκάλυψε το μυστικό και διατάζει να κάψουν τον Προκλή ζωντανό μέσα στο παλάτι του.
Στη συνέχεια, καλεί τους άρχοντες και το λαό, αναγγέλλει τη διεξαγωγή αγώνων για την αποδοχή της διονυσιακής λατρείας και ονομάζει το Λυκόφρονα συμβασιλέα• ο νέος όμως πετά το στέμμα καταγής, βγάζει τα βασιλικά του ρούχα και προκαλεί τον πατέρα του να τον σκοτώσει. Ο τύραννος τον διώχνει απαγορεύοντας στους υπηκόους του ακόμη και να του μιλήσουν.
Ο Λυκόφρων περιφέρεται στην πόλη ρακένδυτος, διψώντας για εκδίκηση. Τον συναντά ο Κύψελος και του λέει ότι ονειρεύτηκε τη Μέλισσα, που του ανέθεσε να πει στον Περίανδρο ότι κρυώνει. Ο Λυκόφρων τον συμβουλεύει να το κάνει μεταμφιεσμένος σε φάντασμα της νεκρής. Πράγματι, έτσι γίνεται, όμως ο Περίανδρος αντιλαμβάνεται τη μεταμφίεση και σκοτώνει το μικρό γιο του. Μετά από μία ακόμη σύγκρουση με τον Λυκόφρονα, σχεδόν παραφρονεί και αποφασίζει να θυσιάσει τις αρχόντισσες της πόλης στο μνήμα της γυναίκας του.
Ενώ οι αρχόντισσες θρηνούν, εμφανίζεται ο Λυκόφρων. Ο Περίανδρος τον πληροφορεί ότι έχει πάρει δηλητήριο και του ζητά συγχώρεση, αλλά ο νέος είναι ανυποχώρητος και του λέει σκληρά ότι η Μέλισσα τον μισούσε σε όλη της ζωή. Έξαλλος ο Περίανδρος τον σκοτώνει με το χρυσό μαχαίρι• ύστερα ξεψυχά στο παλάτι, που κατά την τελευταία του διαταγή, πυρπολείται από τους φρουρούς.

Ο αγώνας του ανθρώπου τιτάνιος, μέχρι την ύστατη στιγμή:

«Καρδιά μου, ετούτη είναι η φοβερή τελευταία σου στιγμή’ μη ντροπιαστούμε». Όπως ο αγώνας του λαού, εν πλήρη επιγνώσει: «Εγώ να φοβηθώ; Μα εγώ ‘μαι λαός, θεριό παντοδύναμο! Ένα κεφάλι μου κόβεις, δέκα φυτρώνουν! Σαν τα γαϊδουράγκαθα, σαν τις τσουκνίδες, σαν το χαμομήλι…»


Η ελεύθερη επιλογή μέχρι την τελική πτώση: «Βάστα, καρδιά! Κι ως την τελευταία ετούτη στιγμή είμαι λεύτερος να διαλέξω…» Το δίλημμα, αυτό που συνιστά την τραγωδία στα ανθρώπινα: «Κακόμοιροι άνθρωποι… Έχουν παιδιά, έχουν γυναίκα, μια βάρκα, ένα χωράφι, δυο τρία σύνεργά… Πώς να μην είναι δειλοί… πώς να σηκώσουν κεφάλι; Κακόμοιροι άνθρωποι…» Και η αυτοθυσία μητρική ή του ήρωα: «Πέφτω για να σου κάμω τόπο. Πεθαίνω για να ζήσεις».

Από τις σπουδαιότερες Καζαντζακικές τραγωδίες με επίκεντρο την ύψιστη αναμέτρηση: αυτή της εξουσίας που δεν σκοντάφτει πουθενά παρά στην ύβρη και στην οίηση.
Τ’ ανθρώπινα δεν αλλάζουν δυστυχώς μέσα στον χρόνο.
Δημοσιεύθηκαν στο Έθνος της Κυριακής.

Οι συντελεστές του έργου στο "Θέατρο της Κυριακής".

  • ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ: Τάσος Παπάς
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νίκος Γκάτσος
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Θάνος Κωτσόπουλος, Λυκούργος Καλλέργης, Άννα Συνοδινού, Βίρων Πάλλης, Δημήτρης Παπαμηχαήλ.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ: Γιώργος Καζάσογλου
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Συμφωνική Ορχήστρα Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (δ/ση Γιώργος Καζάσογλου)
  • ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Ελένη Κοκόρη
  • ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ιωσήφ Σιγανός
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 58 λεπτά

Ο «Οθέλλος ξαναγυρίζει αποτελεί μία μοναδική, σε ολόκληρη τη δραματουργία του συγγραφέα, περίπτωση μεταθεάτρου. Γραμμένο το 1936, αυτό το σχεδόν άγνωστο έργο του αποκαλύπτει έναν άλλο θεατρικό Καζαντζάκη. Έναν Καζαντζάκη που παίζει, γράφοντας ένα έργο ζωντανό, λαϊκό, με έντονα κωμικά στοιχεία και με επιρροές από τη γραφή του Πιραντέλο, παραπέμποντας τόσο ως δομή όσο και ως υπόθεση στο Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα».
Ο Παντελής Πρεβελάκης το χαρακτήρισε κωμωδία πιραντελλικής νοοτροπίας. Εκείνη την περίοδο εξάλλου ο Καζαντζάκης μεταφράζει κείμενα των Πιραντέλλο, Σαίξπηρ και Γκαίτε. Η επίδραση των συγγραφέων αυτών στο σημερινό μας κείμενο είναι ξεκάθαρη, και πολύ περισσότερο του πρώτου. Κωμωδία απολύτως σύγχρονη, μας ταξιδεύει στον κόσμο του απτού και των πνευμάτων, στο υπαρκτό και το υποθετικό ή το άυλο.

Υπόθεση:
Μοντέρνα κωμωδία πιραντελικού ύφους, μονόπρακτη σε δύο μέρη. Καθώς ο διευθυντής ενός θιάσου αναζητεί έργο, εμφανίζονται διαδοχικά τα φαντάσματα της Κλυταιμνήστρας, του Φάουστ και του Οθέλλου προτείνοντάς του τις αντίστοιχες τραγωδίες. Ο διευθυντής ενθουσιάζεται με τον Οθέλλο και αρχίζουν οι προετοιμασίες για την έναρξη της παράστασης. Στο ρόλο του Οθέλλου εμφανίζεται ο Αλέκος, τη Δεισδαιμόνα υποδύεται η σύζυγός του Μαρίκα και τον Γιάγο (Ιάγο), ο Μήτσος, παλιός φίλος και πιθανόν πρώην εραστής της Μαρίκας.
Επιθυμώντας να παρουσιάσει μια παράσταση όλο πάθος, ο διευθυντής υποδαυλίζει τη ζήλια του Αλέκου, ο οποίος, από ένα σημείο και μετά, αδυνατεί να διακρίνει τη θεατρική προσποίηση από την πραγματικότητα. Έξαλλος από τις επί σκηνής ερωτοτροπίες της Δεισδαιμόνας και του Γιάγου, παύει να λειτουργεί ως ηθοποιός και αντιδρά ως προδομένος σύζυγος· στη σκηνή της κρεβατοκάμαρας, παραλείπει το κείμενο και επιτίθεται στη Μαρίκα. Οι θεατές νομίζουν ότι τη σκότωσε πραγματικά, αλλά στο τέλος της παράστασης οι ηθοποιοί εμφανίζονται ζωντανοί.

Οι συντελεστές του έργου στη "Θεατρική Βραδιά".

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιώργος Μιχαηλίδης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Νικήτας Τσακίρογλου, Κώστας Καρράς, Χρήστος Μπύρος, Γιούλα Ζουμπουλάκη, Χρήστος Πάρλας, Σαπφώ Νοταρά, Δημήτρης Τζουμάκης, Αλέξης Σταυράκης, Σίβη Σιδέρη.
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ζακ Μεναχέμ
  • ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΗΧΩΝ: Γίτσα Βαλμά
  • ΡΥΘΜΙΣΗ ΗΧΟΥ: Βασίλης Καράς
  • ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Βίκυ Μουνδρέα
  • ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ: 1983
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 55 λεπτά

«Το 1921 (ο Νίκος Καζαντζάκης) ξαναδουλεύει την έμμετρη τραγωδία "Χριστός", που είναι μια ανανεωμένη μορφή μεσαιωνικού μυστηρίου.
Κυκλοφόρησε το 1928 από τις εκδόσεις "Στοχαστής" και αφιερώνεται στην Elsa (Elisabeth) Alexander Lange, που γνώρισε το 1923 στο Goetheschloss.
Ο Καζαντζάκης προσπαθεί να ερμηνεύσει το θαύμα που λέγεται Χριστός και το θαύμα που λέγεται ανθρώπινη ζωή.
Βασικά θεματικά μοτίβα είναι δανεισμένα από τη Μάνα του Χριστού και τη Μαγδαληνή τού Κώστα Βάρναλη, ο συγγραφέας όμως τα μετασχηματίζει με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο.
Το πρόσωπο του Χριστού παρουσιάζεται με την ανθρώπινη μορφή του, όπως και στα μυθιστορήματά του αργότερα "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται" και "Ο Τελευταίος Πειρασμός".

"Ο Καζαντζάκης", γράφει ο Γιάννης Κορδάτος, "επηρεασμένος από το Ρενάν, το Στράους και τους άλλους κριτικούς της ευαγγελικής παράδοσης, παρουσιάζει το Χριστό νεοϊδεάτη και κοινωνικό μεταρρυθμιστή. [...]
Σε όλη του τη ζωή, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος ο Καζαντζάκης, ήταν κυριευμένος από τη μεγάλη ηρωική ψυχή του Χριστού.
"Οι τρεις πρώτες τραγωδίες που σάρκωνα μέσα μου με πονούσαν· οι μελλούμενοι στίχοι ήταν ακόμα μουσική και μεγάλες μορφές μοχτούσαν μέσα μου να πάρουν πρόσωπο, ο Οδυσσέας, ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Χριστός· να ξεκορμίσουν από το σπλάχνο μου, να λευτερωθούν, να λευτερωθώ κ' εγώ. Σε όλη μου τη ζωή ήμουν κυριεμένος από τις μεγάλες ηρωικές ψυχές". (Νίκου Καζαντζάκη: "Αναφορά στον Γκρέκο"»

Υπόθεση:
τυπικάρης εισέρχεται στο ναό και ζητά ν' αποχωρήσουν όσοι δεν πρέπει να είναι παρόντες στο «μυστήριο» που θα ακολουθήσει: οι κατηχούμενοι, οι γυναίκες, τα παιδιά, και εκείνοι που δεν έχουν αγνό σώμα και ψυχή. Μένουν δυνατοί και νηφάλιοι άντρες· ο τυπικάρης τους μεταλαμβάνει και τους οδηγεί σε έκσταση, κι έπειτα ανακοινώνει ότι ο Χριστός βρίσκεται τρεις μέρες στο μνήμα, περιμένοντας μάταια κάποιον να τον μοιρολογήσει.
Μέσα σε όραμα, το εκκλησίασμα βλέπει τι συμβαίνει στο σπίτι όπου είναι συγκεντρωμένοι οι μαθητές: η Μαγδαληνή παραληρεί για την ανάσταση, φέροντας στο σώμα της τις πληγές του Εσταυρωμένου, ενώ έρχονται ο Πέτρος, ο Ιάκωβος, ο Θωμάς και ο Φίλιππος, φοβισμένοι και με κλονισμένη την πίστη τους· ακολουθούν ο Ματθαίος, η Μάνα του Χριστού και ο Ιωάννης. Ανάμεσα σε θρήνους και μοιρολόγια απόφασίζουν να πάνε όλοι να θρηνήσουν στον τάφο του Χριστού.
Τότε, φτάνει η Μαρία και αναγγέλλει την Ανάσταση. Καθένας νιώθει την παρουσία του Χριστού με διαφορετικό τρόπο, μεταξύ οραμάτων και παραισθήσεων, ώσπου εμφανίζεται ο Χριστός, δείχνει σε κάθε μαθητή το μέλλον του και αναλήπτεται στους ου-ρανούς.
Το όραμα των πιστών χάνεται, η μυστική Ακολουθία τελειώνει και ο τυπικάρης ζητά από τους άντρες να μην αποκαλύψουν τι συνέβη."
(Από το βιβλίο της Θεοδώρας Παπαχατζάκη-Κατσαράκη "Το Θεατρικό Έργο του Νίκου Καζαντζάκη", Εκδόσεις «Δωδώνη»)

Οι συντελεστές του έργου στον "Σκάι 100,3".

  • ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Στράτος Μενούτης, Γιάννης Φέρτης, Όλγα Δαμάνη, Άννα Μάσκα, Εύα Κεχαγιά, Στέλιος Μάϊνας, Παύλος Σαλπιγκίδης, Νίκος Σιδέρης, Γιώργος Κοτανίδης, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Γιώργος Χρυσοστόμου, Άγγελος Μπούρας, Ορφέας Ζαφειρόπουλος, Μανόλης Ιονάς.
  • ΗΧΟΛΗΨΙΑ: Θανάσης Αθανασόπουλος, Νότης Παπαγιαννάκος, Ηλίας Αντεπλής, Δημήτρης Μπίζος, Ζώης Θανάσουλας, Αμαλία Κατοίκου, Νίκος Χατζηιωαννίδης, Δήμητρα Σταματίου, Σταύρος Δελέκος.
  • ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Κώστας Θωμαΐδης, Ελένη Μουταφίδου
  • ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Όλγα Λασκαράτου
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 46 λεπτά

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΞΕΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ| Αλλαγή Κατηγορίας

Ιάκωβος Καμπανέλλης

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης του Στεφάνου ήταν Έλληνας θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος και ακαδημαϊκός.

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Κώστας Πρετεντέρης

Ο Κώστας Πρετεντέρης ήταν θεατρικός συγγραφέας και πολυγραφώτατος σεναριογράφος. Απετέλεσε συγγραφικό δίδιμο με τον Ασημάκη Γιαλαμά.

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Μιχαήλ Χουρμούζης

Ο Μιχαήλ Χουρμούζης είναι γνωστός στο χώρο τις λογοτεχνίας, κυρίως για τις θεατρικές του κωμωδίες.

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ