ΜΙΧΑΗΛ ΧΟΥΡΜΟΥΖΗΣ

Λίστα Θεατρικών Έργων

Μιχαήλ ή Μιλτιάδης Χουρμούζης

Για να ακούσετε το θεατρικό έργο, πατήστε πάνω στον τίτλο της ηχογράφησης.

Λιστα Ηχογραφησεων

Λίγα λόγια για τον Συγγραφέα:

Ο Μιχαήλ ή Μιλτιάδης Χουρμούζιος Τριανταφύλλου, γιος του Κωνσταντίνου Χουρμούζιου Τριανταφύλλου, γεννήθηκε στο Γαλατά της Κωνσταντινούπολης και καταγόταν από την Κρήτη ή τη Θεσσαλία. Πέρασε τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια μεταξύ Κρήτης και Πόλης.
Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης ήρθε για να συμβάλει στον Αγώνα, στο πλάι του Εδουάρδου Ραϊνέκ στην Κρήτη. Για την προσφορά του στον αγώνα πήρε τιμητικά τον βαθμό του αξιωματικού και υπηρέτησε στη στρατιωτική φάλαγγα της Λαμίας.
Διετέλεσε πρόεδρος του επαρχιακού συμβουλίου Φθιώτιδος και το 1851 εκλέχτηκε βουλευτής Φθιώτιδος. Τρία χρόνια αργότερα εκλέχτηκε αντιπρόεδρος της Βουλής και πήρε μέρος στη Θεσσαλική Επανάσταση. Λόγω των φιλελεύθερων φρονημάτων του διώχτηκε και το 1856 κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέθανε.

Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες της Πόλης Αρμονία, Νεολόγος και Ομόνοια. Στην Αρμονία μάλιστα δημοσίευσε το 1864 τη διάλεξη Περί Πολιτείας, (που εκδόθηκε αργότερα στη Σμύρνη και τη Σύρο), καθώς επίσης συνδικαλιστικά άρθρα.
Γνωστός στο χώρο τις λογοτεχνίας είναι κυρίως για τις θεατρικές κωμωδίες του, με βασικό χαρακτηριστικό την καυστική σάτιρα της ελληνικής κοινωνίας μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Πρωτοεμφανίστηκε με τη δημοσίευση των Επτά διαλόγων στην εφημερίδα "Εποχή" και ακολούθησαν ο "Λεπρέντης" (1835), ο "Τυχοδιώκτης" (1835), ο "Υπάλληλος" (1836) ο "Ευγενής" (1838) και ο "Χαρτοπαίκτης" (1839).
Το 1842 εξέδωσε τα απομνημονεύματά του από τον κρητικό αγώνα, με τίτλο "Κρητικά" και το 1869 τη μονογραφία "Η νήσος Αντιγόνη". Το τελευταίο του έργο ήταν το κριτικό δοκίμιο της λαϊκής μυθιστορηματικής σύγχρονής του παραγωγής "Παροδική μικρογραφία μυθιστορημάτων" και εκδόθηκε το 1882. Εξέδωσε επίσης μια παράφραση του Πλούτου του Αριστοφάνη, και μια μελέτη με τίτλο "Συνοπτικός παραλληλισμός ηθών και εθίμων ως και τινών περιέργων των επί Ομήρου Αχαιών προς τινά των νεωτέρων Ελλήνων", ενώ σώζεται επίσης ο τίτλος από μια χαμένη κωμωδία του με τίτλο Ο "Οψίπλουτος".

Λίγα λόγια για τα ηχογρφημένα έργα:

Ο κριτικός και μελετητής του νεοελληνικού θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος σημειώνει ότι: το έργο «Μαλακώφ» γράφτηκε στα 1857 και δημοσιεύτηκε στα 1865 στην Κωνσταντινούπολη και αποτελεί το τελευταίο έργο του Χουρμούζη. Σε αυτό, όπως έξαλλου και στα προηγούμενα έργα του, ο Χουρμούζης προσπαθεί να αποκαλύψει και να μαστιγώσει τα σαθρά της κοινωνίας μετά την εγκαθίδρυση του νέου ελληνικού κράτους.
Στα έργα που προηγήθηκαν, ο Χουρμούζης προσπάθησε να αποκαλύψει το γραφειοκρατικό αδιέξοδο της νέας ελληνικής πολιτείας ("Υπάλληλος"), να σατιρίσει τον εσμό όσων καιροσκόπων επέπεσαν πάνω στο σώμα αυτής της πολιτείας για να την απομυζήσουν ("Τυχοδιώκτης"), να αποκαλύψει την ιδεολογία της τσόχας, των νέων ελλήνων που προσπάθησαν να στηρίξουν την οικονομία τους πάνω στο εύκολο κέρδος και στην απάτη ("Χαρτοπαίκτης").

Το «Μαλακώφ» είναι το έργο που έρχεται να αποκαλύψει τις δυσμενείς επιπτώσεις που είχε πάνω στο ήθος του ελληνικού λαού ο μαϊμουδισμός της μοδας. Είναι ένα έργο που στρέφεται, όπως ο ίδιος ο Χουρμούζης σημειώνει, κατά του «συρμού». Για τον συγγραφέα συρμός σημαίνει κερδοσκοπία, ματαιοφροσύνη.
Δυο απλοί άνθρωποι έχουν παγιδευτεί σε αυτό το ανήθικο πράγμα που κατά καιρούς είναι η μόδα, αφού είναι κατευθυνόμενη και ουσιαστικά αλλοτριωτική. Η Σμαραγδή, η Κατίγκω, ο Αλέκος, τα παιδιά του Παυλάκη είναι πιασμένα σε αυτό τον ιστό της αράχνης που έχει παγιδεύσει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Η οικογένεια του Παυλάκη ουσιαστικά αποτελεί έναν πυρήνα του νεοελληνικού κράτους, το οποίο από πολύ νωρίς παγιδεύεται στην ξένη εξάρτηση είτε πρόκειται για εξάρτηση πνευματική, κοινωνική, οικονομική, είτε απλώς για εξάρτηση γουστάρισε αυτό ακριβώς το σημείο ο Χουρμουζης φτάνει με οξυδέρκεια στην ουσία της εξάρτησης. Διότι η έννοια του «κοστουμιού» έχει σχέση με τον αγγλικό ορό custom που σημαίνει-μεταξύ άλλων- και ήθος ,συνηθείας. Επομένως, το κοστούμι που φοριέται ουσιαστικά μεταφέρει την ιδεολογία του ανθρώπου που το έραψε. Άρα, υποκύπτω στον συρμό σημαίνει υποκύπτω στην ξένη ιδεολογία, χάνοντας την αυθεντικότητα μου.

Η λέξη "Μαλακώφ" έχει σχέση με το γνωστό φρούριο της Σεβαστούπολης, καθώς το έργο είναι γραμμένο την εποχή των γεγονότων του Κριμαϊκού πολέμου. Ωστόσο, είναι πολύ πιθανό ο τίτλος να αναφέρεται ταυτόχρονο και στο παρισινό προάστιο "Μαλακώφ", το οποίο εκείνη την εποχή αποτελούσε το κέντρο της γαλλικής μόδας, την Μέκκα του συρμού.
Πηγή: RΑDIO-THEATRE

«Η ελληνική κωμωδία του 19ου αιώνα είναι κυρίως πολιτική, στηρίζεται όμως στους μηχανισμούς της κωμωδίας ίντριγκας με τις παρεξηγήσεις, τα μπερδέματα της ταυτότητας, τις επιστολές που ξαφνικά τα αναποδογυρίζουν όλα, τους έξυπνους υπηρέτες και τα χαζά και ιδιόρρυθμα αφεντικά τους, τους έξυπνους υπηρέτες και τα χαζά και ιδιόρρυθμα αφεντικά τους, επηρεασμένη από τον διδακτισμό της μολιερικής κωμωδίας στην ερμηνεία της από τους Ιδεολόγους και Εγκυκλοπαιδιστές του 18ου αιώνα, και την ηθικολογία του Γκολντόνι. Η ξενοκρατία και η ρευστή πολιτική κατάσταση, ο αποπροσανατολισμός της μικρής αστικής τάξης και ο πιθηκισμός των δυτικών ηθών και εθίμων αποτελούν τους θεματικούς άξονες του είδους και πέρα από τη Βαυαροκρατία (1833-1862). [...]». Βάλτερ Πούχνερ.
Πηγή: ΕΚΕΒ

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Θεόφιλος Ζαμάνης
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ: Σταμάτης Κραουνάκης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Δήμητρα Δημητριάδου, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Χρυσούλα Διαβάτη, Σπύρος Μπιμπίλας, Νίκος Λυκομήτρος, Άννα Ανδριανού, Ξένια Ζερβού, Τάκης Χρυσικάκος, Σοφία Χάνου, Λευτέρης Λουκαδής, Χρήστος Δοξαράς, Νίκος Ηλιόπουλος, Γιώργος Γεωγλερής.
  • ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: Βίκυ Μουνδρέα Ποντίκα
  • ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Μάρα Καλούλη
  • 1η ΜΕΤΑΔΩΣΗ: 1987 "Θεατρική Βραδιά"
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 53 λεπτά

Ο “Τυχοδιώκτης”, μία πεντάπρακτη κωμωδία χαρακτήρων γράφτηκε το 1835 με αφορμή τον Χάιντεκ, τον επίσημο εκπρόσωπο των Βαυαρών στην Ελλάδα, σε μία εκπληκτική παραλληλία με το σήμερα. Τα πρόσωπα που εκπροσωπούν τους θεσμούς γίνονται αντικείμενο σάτιρας και γελοιοποιούνται από την οξύτατη πένα του Χουρμούζη προκαλώντας το κοινό να γελάσει, αλλά και να αναγνωρίσει οικείες καταστάσεις στα γεγονότα της κωμωδίας.
Ο Μιχαήλ Χουρμούζης είχε κωνσταντινουπολίτικη καταγωγή και ήταν αγωνιστής της επανάστασης του 1821. Ως πολιτικός και συγγραφέας στηλίτευσε την πολιτική αυθαιρεσία, ιδιαίτερα των κυβερνήσεων του Όθωνα, αλλά και των ντόπιων παραγόντων.

Ο Χουρμούζης και στον «Τυχοδιώκτη» του και στον «Υπάλληλο» και στον «Χαρτοπαίκτη» ξεμπροστιάζει τον αλλοτριωμένο Έλληνα που επαιτεί δημόσιες θέσεις δωροδοκώντας τούς τυχοδιώκτες μεσάζοντες Βαυαρούς, μιμείται τα ευρωπαϊκά ήθη δουλικά, χλευάζει την παράδοση και εκμεταλλεύεται την αγραμματοσύνη και την αθωότητα των φοβισμένων πρώην σκλάβων.

Στον Τυχοδιώκτη, ένας νεαρός γόνος μεγαλοαστών, που στη διάρκεια του Αγώνα «σπούδαζε» στην Ιταλία και τώρα έρχεται να δώσει τα φώτα του στους αγράμματους πατριώτες του, αναζητώντας οποιαδήποτε δημόσια θέση, δωροδοκώντας τον Βαυαρό μεσάζοντα, εκθέτοντας τα οργανωτικά του προσόντα στην περίπτωση που θα διοριζόταν αστυνομικός διοικητής, καταθέτει το σύστημα των μέτρων του και ουσιαστικά αντιγράφει την τρομοκρατική αστυνομοκρατία του καθεστώτος του Μέτερνιχ. Διορίζει παντού χαφιέδες, κρυφακούει ακόμη και τα συζυγικά ζευγάρια αποκρυπτογραφώντας τους ύποπτους αναστεναγμούς ακόμη και τις χειρονομίες των νηπίων στις κολυμπήθρες τους! Τιμωρεί με πρόστιμο όσους ξέρουν ανάγνωση και με φυλάκιση όσους γνωρίζουν γραφή!

«Ο αντιβαυαρισμός και ο αντιοθωνισμός του Χουρμούζη είναι απροκάλυπτος» στις κωμωδίες του.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι Ο τυχοδιώκτης φέρει την τολμηρή αφιέρωση:
Προς τον εξοχώτατον Μιχαήλ Χουρμούζης στρατηγόν κύριον κύριον Άιδεκ τον Τυχοδιώκτην αφιερώνει ευγνωμοσύνης ένεκα ο Χουρμούζης.
Στον πρόλογο, εξάλλου, ο Χουρμούζης επεξηγεί ειρωνικά γιατί αφιερώνει την κωμωδία του στον Heideck («... εσύντεινε πολύ εις το να γίνη μέγα μέρος των στρατιωτών της πατρίδος ψωμοζήται, και εγώ Κωμωδοποιός»). Ενώ προσθέτει για τον ίδιο Βαυαρό αξιωματούχο: «...όταν εγίνη το μητρώον των υπέρ ελευθερίας στρατιωτικώς πρωταγωνισθέντων, και έμαθεν ότι η εξεταστική επιτροπή ανεγνώρισεν υπέρ τους εννεακοσίους, εταλάνισε την Ελλάδα, τι θα γίνη με τόσους ληστάς• αλλά το πιστεύεις αυτό ποτέ; Βέβαια όχι, διότι, και αυτός το εγνώριζεν ότι, αν έλειπον αυτοί οι λησταί, δεν εδημιουργούντο Στρατηγοί, Αντιβασιλείς, Άρχοντες και Δεσπόται».

Στην τρίτη σκηνή, της πρώτης πράξης, ο κεντρικός ήρωας του έργου -ο ετερόχθων «Τυχοδιώκτης»- μιλάει για την αχαριστία των αυτοχθόνων και λέγει: «... τι διάβολο! εχάλασεν ο κόσμος, πάει πλέον. Ανθρωπιά αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν. Ευγνωμοσύνη δεν γνωρίζουν, χαρακτήρας τι πράγμα είναι, δεν το ξεύρουν, τι ανόητος οπού ήμουν! ν’ αφήσω την πατρίδα μου (...), και να έλθω εδώ εις αυτό το βάρβαρον και αχάριστον έθνος διά να τους μεταδώσω τα φώτα και τας μαθήσεις μου, και αυτοί να φωνάζουν και να παραπονούνται (...)•και να περιφέρονται και με τόσην απάθειαν, ζητούντες ελεημοσύνην με τον δίσκον.
Χθες ακόμη έδωσα εις ένα εξ αυτών πέντε λεπτά, διότι με είπεν ότι είχε πέντε πληγάς εις το σώμα του. Αν με έλεγεν ότι είχε δέκα πληγάς, ήθελα του δώσει και δέκα λεπτά. (...)».

Αυτός περίπου είναι ο «Τυχοδιώκτης». Και, όπως σημειώνει νεώτερος κριτικός: «...είναι ένα καλό έργο. Έχει πιάσει σωστά το φαινόμενο της εποχής. Περιγράφει με ακρίβεια το περιβάλλον της ξενοκρατίας, προβάλλοντας τις αιχμές του. Αυτός ο ‘Τυχοδιώκτης’, ο ανίδεος, ηλίθιος, αγράμματος μικροαπατεώνας, εικόνα και ομοίωση της Βαυαρικής λαίλαπας, είναι πιστό και ‘φτυστό’ αντίγραφο όλων των "Κολαούζων" της εξάρτησης. Δειλός, γυμνοσάλιαγκας, κάλπης και κουτός, παράσιτος».

- (Π. Μαστροδημήτρης: H μετεπαναστατική τύχη των αγωνιστών του '21 σε λογοτεχνικά κείμενα του περασμένου αιώνα).
- [Κείμενο ομιλίας που εκφωνήθηκε στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατά τον επίσημο εορτασμό για την Εθνική Επέτειο (25.3.1984)]

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ομαδική Σκηνοθεσία
  • ΜΟΥΣΙΚΗ: Γιώργος Παπαδάκης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Κώστας Αρζόγλου, Νίκος Σκυλοδήμος, Μηνάς Χατζησάββας, Γιώργος Σαμπάνης, Υβόνη Μαλτέζου, Άννα Παναγιωτοπούλου, Σταμάτης Φασουλής, Γιώργος Κοτανίδης, Ντίνος Λύρας, Γιώργος Λάκουρας, Σμαράγδα Σμυρναίου.
  • ΡΥΘΜΗΣΗ ΗΧΟΥ: Νίκος Χανιώτης
  • ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Γιώργος Κοτανίδης
  • ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ: 1975, Ελεύθερο Θέατρο, Πάτρα
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 43 λεπτά

Το έργο αποτελεί ιστορικό υλικό μεγάλης αξίας, καθώς ασκεί τίμια πολιτική και κοινωνιολογική κριτική στις καταστάσεις που ακολούθησαν μετά την Επανάσταση του 1821.
Με λαϊκή, ζωντανή καθημερινή γλώσσα, ιστορικό συμβολισμό και καθαρόαιμο εθνικό στίγμα, ο συγγραφέας αναλύει τις αφετηρίες του κοινωνικού και γραφειοκρατικού λαβύρινθου.
Ξεκινώντας από την κωμική φιγούρα ενός ανώτερου υπαλλήλου του κράτους, σχολιάζει σατιρικά τον κρατικό μηχανισμό, ενώ συγχρόνως ψηλαφεί παραπλήσιες νοοτροπίες της αστικής τάξης της εποχής.
(Δημοσίευμα της εφημερίδας "Θεσσαλονίκη").

Ένα κλασσικό, αλλά εξαιρετικά επίκαιρο νεοελληνικό έργο που γράφτηκε το 1836, σε μια εποχή που η Ελλάδα προσπαθούσε να κάνει τα πρώτα της βήματα ως ελεύθερο κράτος και περιγράφει με αριστοτεχνικό τρόπο, όλο το κουβάρι της διαφθοράς που ξετυλίγεται γύρω από την καρέκλα ενός ανώτατου υπαλλήλου του κράτους ο οποίος μηχανεύεται τρόπους να αυξήσει τον μισθό του.

Ο Κωνσταντινοπολίτης αγωνιστής της επανάστασης, πολιτικός και συγγραφέας, έγραψε 6 κωμωδίες ηθών που καταγράφουν την παθολογία της εποχής της Βαυαροκρατίας στην Ελλάδα. Ο Χουρμούζης με εκπληκτική οξυδέρκεια απαριθμεί τα αδιέξοδα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και προφητικά σχεδόν αποκαλύπτει τα χρόνια έλκη της πολιτικής μας ζωής. Στα έργα του παρωδούνται ο νεοπλουτισμός, η ξενομανία, ο τυχοδιωκτισμός, η μανία του τζόγου, οι πελατειακές σχέσεις των κομμάτων με τους ψηφοφόρους τους, το πάθος για εξουσία. Στον "Υπάλληλο" κεντρικός ήρωας είναι ένας υπουργικός σύμβουλος που, θρονιασμένος στην "καρέκλα του, κινεί τα νήματα της ρουσφετολογίας και του χρηματισμού. Το έργο είναι μια ανατομία του δειλού, τεμπέλη, αδηφάγου υπαλλήλου, που ξέρει να είναι κόλακας με όσους χρειάζεται για την κοινωνική του άνοδο, αυθάδης και χυδαίος με όλους τους άλλους (χαρακτηριστική η σκηνή με τον ανάπηρο αγωνιστή).

Υπόθεση:
Ο ανώτατος Υπάλληλος κύριος Ολυμπιάδης ψάχνει τρόπο να ζητήσει αύξηση του μισθού του από τον τότε «πρωθυπουργό» (αντιβασιλέα του Όθωνα). Και για επιχείρημα, τού ’ρχεται η φαεινή ιδέα: «Δευτέρα με Δευτέρα οκτώ μέρες, και Δευτέρα 16 και Δευτέρα 24 και Δευτέρα 32.
Γιατί λοιπόν τις τέσσερις εβδομάδες μας τις περνούν για τριάντα ημέρες, ενώ είναι κανονικά 32; Δύο ημέρες περιπλέον είναι 33 δραχμαί και 33 λεπτά…». Κι από κει και πέρα σε διαδοχικά καρέ ξεδιπλώνεται ο μηχανισμός της διαφθοράς γύρω από την καρέκλα του Σύμβουλου Διευθυντή κύριου Ολυμπιάδη.

Όσοι άκουγαν τα παλιά χρόνια θα το βρουν ενδιαφέρον καθώς καμιά φορά μπορεί άριστα να συνοδεύει βροχερές νύχτες δίπλα στο τζάκι αντί των σκουπιδιών της τηλεόρασης. Και σίγουρα το γουόκμαν είναι πιο ξεκούραστο από το να διαβάζεις.
Το έργο είναι από την εποχή του Όθωνα, οπότε γρήγορα μπορεί να καταλάβει κανείς ότι δεν φταίνε μόνο 30 χρόνια για ότι στραβό υπάρχει σήμερα. Απλά έτσι ξεκινήσαμε από την αρχή ως κράτος.

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιώργος Κοτανίδης
  • ΜΟΥΣΙΚΗ: Διονύσης Σαββόπουλος
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Μιχάλης Τσαλδάρης, Αργύρης Παυλίδης, Κώστας Χαλκιάς, Νίκος Νικολάου, Δημήτρης Καμπερίδης, Πάνος Χατζηκουτσέλης, Αντώνης Αντωνίου, Πάνος Ηλιόπουλος, Μαρία Τζομπανάκη, Μάνος Τσιλιμίδης, Ρενάτα Παπακώστα, Ντόρα Σιμοπούλου, Κώστας Τσαπέκος, Γιώργος Μοσχίδης, Κώστας Αθανασόπουλος, Κώστας Τζουβάρας, Γιάνκα Αβαγιαννού.
  • ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΗΧΟΥ: Νίκος Χανιώτης
  • ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: Βίκη Μουνδρέα
  • ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ: 16 Μαρτίου 1982
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 45 λεπτά

Οι τέσσερις απ' τις κωμωδίες του Μιχαήλ Χουρμούζη δε γράφτηκαν, ή γράφτηκαν και δεν τυπώθηκαν ή τυπώθηκαν αλλά χάθηκε κάθε ίχνος τους. Η πέμπτη, «Ο Χαρτοπαίκτης» μας είναι πολύ γνωστή κι έχει ανέβει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Πρωτοτυπώθηκε δε στην Αθήνα το 1839 και ο ίδιος ο συγγραφέας την έχει αριθμήσει ως «κωμωδία τέταρτη» που δείχνει πως ανάμεσα σ' αυτήν και στον «Υπάλληλο» δεν μεσολάβησε άλλη.

Ο «Χαρτοπαίκτης» καυτηριάζει επιφανειακά το πάθος της χαρτοπαιξίας, από κάτω όμως στιγματίζει την νόθευση της κοινωνικής συμπεριφοράς που αποπροσανατολίζουν τον Έλληνα απ' τα λαϊκά ιδανικά της ελευθερίας και της δημοκρατίας, του δημιουργούν εξαρτήσεις και εθισμούς και τον ωθούν σε πλάγιες ανήθικες τακτικές αυτές που θεμελιώνουν το οικοδόμημα της διαπλοκής και εν τέλει της εξαχρείωσης του δημόσιου βίου.

Ο ιδεολογικός κύκλος του συγγραφέα Χουρμούζη που διαδέχεται τον αγωνιστικό κύκλο του πολεμιστή, ανοίγει στα 1834 με τους επτά διαλόγους και κλείνει το 1839 με τον «Χαρτοπαίκτη». Αντικείμενο και στόχος του είναι η επέμβαση των ξένων και η νόθευση της ελληνικής ζωής με ξένα πολιτιστικά στοιχεία που διοχετεύουν την πορεία του έθνους σε μια άλλη κατευθυνόμενη τροχιά. Απ' αυτόν τον κύκλο ο Χουρμούζης εμφανίζεται υπέρμαχος της εθνικής ανεξαρτησίας και χλευαστής των κοινωνικών μεταμορφώσεων.

Εδώ, στο ηχογραφημένο έργο, προλογίζει ο εκδότης Φίλιππος Βλάχος που το 1972 ξανατύπωσε τον "Πλούτο" του Αριστοφάνη σε παράφραση του Μιχαήλ Χουρμούζη.

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Διαγόρας Χρονόπουλος
  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Γιώργος Παπαδάκης
  • ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Άννα Γεραλή, Ηλίας Λογοθέτης, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Γιάννης Καλατζόπουλος, Γιώργος Κοτανίδης, Δημήτρης Πιατάς, Νίκος Λυκομήτρος.
  • ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΗΧΩΝ: Γίτσα Βαλμά
  • ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΗΧΟΥ: Νίκος Χανιώτης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 1 ώρα και 24 λεπτά

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ| Αλλαγή Κατηγορίας

Κώστας Πρετεντέρης

Ο Κώστας Πρετεντέρης ήταν θεατρικός συγγραφέας και πολυγραφώτατος σεναριογράφος. Απετέλεσε συγγραφικό δίδιμο με τον Ασημάκη Γιαλαμά.

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Δημήτρης Ψαθάς

Ο Δημήτρης Ψαθάς, υπήρξε ένας πολυγραφότατος Έλληνας χρονογράφος δημοσιογράφος, ευθυμογράφος και θεατρικός συγγραφέας.

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ασημάκης Γιαλαμάς

Ο Ασημάκης Γιαλαμάς του Αθανασίου, υπήρξε δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος.

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΨΗΦΙΑΚΑ ΟΜΙΛΟΥΝΤΑ ΒΙΒΛΙΑ